Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Κώμες στη Μ. Ασία

Συγγραφή : Ζάχος Γεώργιος (12/2/2003)

Για παραπομπή: Ζάχος Γεώργιος, «Κώμες στη Μ. Ασία», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4993>

Κώμες στη Μ. Ασία (13/3/2008 v.1) Komai in Asia Minor (14/10/2008 v.1) 
 

1. Εισαγωγή

Κατά την Αρχαιότητα πολλοί κάτοικοι της Μικράς Ασίας δε ζούσαν στις πόλεις αλλά στην ύπαιθρο, σε οικισμούς τους οποίους οι αρχαίοι συγγραφείς και οι επιγραφές τούς αποκαλούν: κώμες, κατοικίες, χώρους ή δήμους, ενώ οι κάτοικοί τους αναφέρονται ως: κωμήτες, κάτοικοι, περίοικοι, πάροικοι, εγχώριοι, χωρίτες, γεωτείκτες1 ή λαός.

2. Κλασική και Ελληνιστική περίοδος

Τα πρώτα στοιχεία για την «κατά κώμας» κατοίκηση στη Μικρά Ασία αφορούν τις διάφορες μη ελληνόφωνες φυλετικές ομάδες. Μέχρι την Ελληνιστική περίοδο, όταν ιδρύονται πολλές νέες πόλεις –με εξαίρεση τις ελληνικές πόλεις στα παράλια, τις έδρες των μεγάλων βασιλείων (Σάρδεις, Γόρδιον) και κάποιες έδρες τοπαρχών–, το μεγαλύτερο μέρος του ντόπιου πληθυσμού κατοικούσε «κατά κώμας» λόγω της φυλετικής οργάνωσής του. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ηρόδοτος και ο Ξενοφών, όταν αναφέρονται στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας του 5ου και πρώιμου 4ου αι. π.Χ., συνήθως χρησιμοποιούν τη φράση «χώρατων λαός», ενώ οι πόλεις που μας παραδίδουν είναι ελάχιστες. Ο Ξενοφών, μάλιστα, είναι αυτός που μας προσφέρει στην Κάθοδο των Μυρίων τις περισσότερες πληροφορίες για τις κώμες της περιόδου. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στις κώμες της Αρμενίας, μας πληροφορεί ότι διοικούνταν από κώμαρχο, ήταν τειχισμένες, τα σπίτια ήταν ευρύχωρα, αλλά υπόγεια, και σταβλίζονταν σε αυτά κατσίκες, χοίροι, βόδια και κότες, ενώ αποθηκεύονταν σιτάρι, κριθάρι, άχυρο, όσπρια και μπίρα.2 Ο ίδιος, αλλού, μας πληροφορεί ότι οι Δρίλαι, λαός εγκατεστημένος κοντά στην Τραπεζούντα, κατοικούσε σε «χωρία», ένα από τα οποία ήταν η μητρόπολή τους, δηλαδή το διοικητικό τους κέντρο. Άλλοι πάλι, όπως οι Ισαύριοι στον Ταύρο και οι Μοσύνοικοι3 στην περιοχή του Πόντου, είχαν αστικά κέντρα (Μητρόπολις, Ίσαυρα) αλλά μέρος του πληθυσμού κατοικούσε σε κώμες. Πολλές από αυτές τις κώμες μη ελληνικών φύλων ελέγχονταν από τις γειτονικές τους ελληνικές πόλεις και, μάλιστα, οι κάτοικοί τους περιέπεσαν σε ένα καθεστώς αντίστοιχο με αυτό των ειλώτων της Σπάρτης, όπως, για παράδειγμα, οι Βιθυνοί από τους Βυζάντιους και οι Μαριανδυνοί από την Ηράκλεια Ποντική.4

Σε άλλες περιπτώσεις οι πληθυσμοί των κωμών αποτέλεσαν τους λεγόμενους «βασιλικούς λαούς» του Πέρση βασιλιά και αργότερα των ελληνιστικών βασιλέων, οι οποίοι καλλιεργούσαν τα βασιλικά κτήματα και μπορούσαν να παραχωρηθούν μαζί με τη γη σε όποιον ήθελε ο ηγεμόνας. Έτσι, για παράδειγμα, ο Αντίοχος Β' (261-246 π.Χ.) πουλά στην πρώην γυναίκα του Λαοδίκη μία έκταση γης στη Ζήλεια, κοντά στην Κύζικο,5 μαζί με όλους τους κατοίκους, ενώ σε κάποιον Μενέμαχο παραχωρείται κατά τη διάρκεια του 3ου αι. π.Χ. στην περιοχή των Σάρδεων μία έκταση στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι κώμες Τ(ο)βάλμουρα, Γάνδου, Κομβδιλιπία, Περιασώστρα και Ίλου κώμη.6

Άλλη κατηγορία κωμών είναι οι «κατοικίες», στρατιωτικοί οικισμοί Μακεδόνων βετεράνων που ξεκίνησαν να δημιουργούνται από την αρχή της Ελληνιστικής περιόδου (λ.χ. Μακεδόνων Υρκανών, Μυσομακεδόνων). Η διάθεση γης από τους ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων για δημιουργία οικισμών και για καλλιέργεια εξυπηρετούσε δύο στόχους: τον καλύτερο έλεγχο της περιοχής και την ανταμοιβή των στρατιωτών για τις υπηρεσίες τους, όπως για παράδειγμα των βετεράνων που τους παραχωρήθηκε γη από τον Αντίοχο Α' (281-261 π.Χ.) στη χώρα της Μαγνησίας επί Σιπύλω, και αυτών που κατοικούσαν στο «χωρίο» της Παλαιμαγνησίας στην ίδια πάλι περιοχή.7

Πιθανόν και πολλές από τις πόλεις-αποικίες των Μακεδόνων στη Λυδία, τη Φρυγία και τη Μυσία αρχικά δεν ήταν τίποτα παραπάνω από κώμες. Οι κατοικίες αυτές συχνά ανήκαν στη χώρα των γειτονικών τους πόλεων, χωρίς όμως οι κάτοικοί τους να έχουν σε όλες τις περιπτώσεις πλήρη πολιτικά δικαιώματα, όπως φαίνεται από την παραχώρηση τέτοιων δικαιωμάτων από τον Άτταλο Γ' στους κατοίκους της χώρας της Περγάμου το 133 π.Χ. (Μακεδόνες, Μυσοί, Μασδυανοί).8

Σε άλλες περιπτώσεις Mακεδόνες εγκαταστάθηκαν δίπλα σε οικισμούς μη ελληνικούς και φαίνεται ότι γρήγορα ενώθηκαν με αυτούς σχηματίζοντας πόλεις με έντονο το μακεδονικό στοιχείο (λ.χ. στη Λυδία οι πόλεις Θυάτειρα, Δοιδύη και Κοβηδύλη, στη Φρυγία οι Βλαύνδος και Δοκίμειον).

Πολλές κώμες δημιουργήθηκαν κοντά σε ιερά και σε αυτές βρίσκονταν οι κατοικίες των ιερέων και γενικά των ανθρώπων που υπηρετούσαν το ναό και καλλιεργούσαν την ιερή γη, ή λειτουργούσαν ως αγορές που εξυπηρετούσαν τους προσκυνητές. Άλλες πάλι κατά την Ελληνιστική περίοδο αποδόθηκαν από τους εκάστοτε ηγεμόνες σε κάποια ιερά, στα οποία κατέληγαν και οι φόροι τους. Οι οικισμοί της πρώτης περίπτωσης θα εξελιχθούν σε πόλεις,9 ή θα δημιουργήσουν συνοικισμό στη μεγαλύτερη κώμη και θα αποτελέσουν κάποια στιγμή, κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή περίοδο, πόλη αλλάζοντας το όνομά τους·10 άλλη περίπτωση είναι οι κώμες να αποκτήσουν τόσο μεγάλη σπουδαιότητα ώστε να κατορθώσουν να έχουν προνόμια πόλεων, όπως δικαίωμα κοπής νομίσματος.11

Τέλος, μία ιδιάζουσα περίπτωση είναι αυτή των κωμών της Καρίας κατά την Ελληνιστική περίοδο: αυτές συγκροτούν 10 ή και περισσότερα κοινά, στα οποία οι αποφάσεις λαμβάνονται από την εκκλησία, ενώ ως αξιωματούχοι τους αναφέρονται δήμαρχοι, άρχοντες, γραμματείς, αγορανόμοι. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν μία περιοχή που εξακολουθεί να κατοικείται κωμηδόν, αλλά με ελληνικούς θεσμούς, οι οποίοι απουσιάζουν από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι κώμες και, γενικά, η ύπαιθρος χώρα φυλάσσονταν από τους «στρατηγούς επί της χώρας», οι οποίοι εκλέγονταν στις πόλεις στων οποίων τη χώρα ανήκαν οι κώμες.

3. Ρωμαϊκή περίοδος

Η «κατά κώμας» κατοίκηση θα συνεχιστεί και τη Ρωμαϊκή περίοδο, απ’ την οποία προέρχονται και οι περισσότερες πληροφορίες για την οικιστική και διοικητική οργάνωσή τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκτός της Καρίας –μεγάλο μέρος του πληθυσμού της εξακολουθεί να κατοικεί σε κώμες–, παραδίδονται από επιγραφικές και φιλολογικές μαρτυρίες πολλές κώμες στην Ιωνία, τη Λυδία, τη Μυσία και τη Βιθυνία. Επίσης, μεγάλος αριθμός υπήρχε στην περιοχή της κεντρικής Πισιδίας, της Φρυγίας-Γαλατίας, ενώ λιγότερες παραδίδονται από τις πηγές στη Λυκία, την Κιλικία, την Ισαυρία (Αστρηνών κώμη, Ολοσαδέων κώμη, Θουθθουρβιωτών κώμη) και τη Λυκαονία (ίσως γιατί στις δύο τελευταίες περιπτώσεις πολλές από αυτές απέκτησαν καθεστώς πόλης). Χαρακτηριστικό, τέλος, της πληθώρας των κωμών είναι το Χιλιόκωμον πεδίον12 κοντά στην Αμάσεια του Πόντου.

Από αυτές τις κώμες οι περισσότερες ανήκαν στη χώρα πόλεων, είτε επειδή αυτό συνέβαινε και πριν από τη ρωμαϊκή κατάκτηση, είτε επειδή αυτό προέκρινε η ρωμαϊκή διοίκηση, η οποία είχε αναγάγει την πόλη σε κύρια πολιτειακή μονάδα των επαρχιών, φροντίζοντας, όμως, ταυτόχρονα οι κάτοικοι κωμών και πόλεων να έχουν ίδια πολιτικά δικαιώματα και οι κώμες να είναι αυτοδιοικούμενες.13 Έτσι, βρίσκουμε πολλούς από τους πολίτες των Συννάδων της Φρυγίας να κατοικούν σε κώμες, όπως και οι πολίτες των 17 πόλεων-μελών του θρησκευτικού συλλόγου των Ξένων Τεκμορείων, του οποίου το ιερό βρισκόταν στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Αυτό όμως δεν εμποδίζει κώμες, όπως την Άνοσσα και την Αντιμάχεια, να απευθύνονται στον procurator των Συννάδων για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών, ενώ οι Μανδραγορείς ζητούν από τον ανθύπατο Ασίας να διατηρήσουν την αγορά τους.14 Άλλες κώμες ήταν ενταγμένες σε μεγάλα κτήματα Ρωμαίων αξιωματούχων ή σε αυτοκρατορικά κτήματα. Παρόλα αυτά υπήρχαν και κώμες με δικαιώματα πόλεων, όπως αυτή των Κιδυησσέων στη Βιθυνία, που κόβει νόμισμα την εποχή του Δομιτιανού, ή τα Γαρσαύιρα στην Καππαδοκία, που αποκαλείται κωμόπολη από το Στράβωνα.15 Μάλιστα, πολλές από αυτές τις ανεξάρτητες κώμες συγκροτούν κοινά, όπως οι Υργαλείς στη Γαλατία, οι Αραγουηνοί ή οι Τοττεανοί Σοηνοί, ενώ αναφέρονται και δικωμίες, τρικωμίες, τετρακωμίες, πεντακωμίες, επτακωμίες.16

Η ανάγκη της επαρχιακής ρωμαϊκής διοίκησης να διαπραγματεύεται με οργανωμένες πολιτικές κοινότητες οδήγησε σε διοικητική οργάνωση των κωμών παρόμοια με αυτή των ελληνικών πόλεων. Έτσι οι αποφάσεις λαμβάνονται από το σύλλογο ή την κωμητική σύνοδο, δηλαδή τη συνέλευση των κατοίκων με δικαίωμα ψήφου,17 ενώ διοικητικά και εκτελεστικά καθήκοντα είχαν οι άρχοντες ή ο ετήσια εκλεγμένος κωμάρχης ή προάγων, ή πρωτοκωμήτης, ή πρώτος της κώμης ή πρωτεύων της κώμης ή προεστώς της κατοικίας, συνεπικουρούμενοι από γραμματείς.18 Τα οικονομικά της κώμης ελέγχονταν από αργυροταμίες, οικονόμους και λογιστεύσαντες, ενώ τις δικαστικές υποθέσεις τις χειρίζονταν οι έκδικοι. Μαρτυρούνται, τέλος, και οι βραβευτές, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για τις θυσίες και τις γιορτές και επιφορτισμένοι με την απόδοση των τιμών που αποφάσιζε η κώμη.

4. Οικονομική ανάπτυξη και αστυνόμευση

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των κωμών έπαιξαν οι ευεργέτες, στους οποίους πολλές κώμες όφειλαν την κατασκευή δημόσιων οικοδομημάτων ή τη δυνατότητα να διοργανώνουν γιορτές και θυσίες προς τιμήν του αυτοκράτορα (π.χ. η Μοσχακώμη στη χώρα της Μαγνησίας επί Σιπύλω, η Δαγούτα στον Όλυμπο της Μυσίας, η Νανοκώμη στη Λυδία), ενώ κατά την Ύστερη Αυτοκρατορική περίοδο απαντούν πολλοί πάτρωνες κωμών (αυτοί προστάτευαν τα δικαιώματά τους απέναντι στη ρωμαϊκή εξουσία ή στους ιδιοκτήτες των μεγάλων κτημάτων στα οποία ανήκαν πολλές από αυτές), ή προστάτες που υποστήριζαν τις κώμες σε δικαστικές διαμάχες, όπως ο Ασιάρχης Μάρκος Αυρήλιος Μανίλιος Αλέξανδρος, που υπερασπίστηκε τα δικαιώματα της Μουλειτών κατοικίας κοντά στη Φιλαδέλφεια της Λυδίας.19

Στην ανάπτυξη των κωμών συνέβαλε και η καλύτερη αστυνόμευση της υπαίθρου, με την οποία ήταν επιφορτισμένοι οι ειρήναρχοι των πόλεων και αργότερα οι ειρηνοφύλακες της επαρχίας, συνεπικουρούμενοι από αντιειρηνάρχους και παραφυλακίτες, οι οποίοι είχαν υπό τις εντολές τους τα ένοπλα σώματα των διωγμιτών.20

5. Πνευματικό επίπεδο και θρησκευτική ζωή

Ο εξελληνισμός της επαρχίας φαίνεται ότι ήταν σε αρκετές περιπτώσεις επιφανειακός. Πέρα από τα ονόματα των κατοίκων και τα λάθη που απαντούν στις ελληνικές επιγραφές, σε αυτό το συμπέρασμα οδηγούν τα στοιχεία για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, αλλά και τις ταφικές πρακτικές των κατοίκων τους.

Το φαινόμενο της επιβίωσης των παλαιών τοπικών θεοτήτων, είτε αυτούσιων (Μήτηρ, Μην, Μα, Κυβέλη, Άττις, Σάνδων, Τλως, Αναΐτις κ.ά.) είτε μέσα από το συγκρητισμό με τις ελληνικές (Αθηνά-Μα, Άρτεμις-Αναΐτις, Άρτεμις-Κυβέλη, Ηρακλής-Σάνδας, Απόλλων-Σώζων/Σαβάζιος κ.ά.), που παρατηρείται στις πόλεις είναι περισσότερο έντονο στην ύπαιθρο χώρα: Εκεί δημιουργούνται και πολλές τοπικές παραλλαγές των ελληνικών θεοτήτων (Αθηνά Λαματόρμα στην Τραχεία Κιλικία, Ζευς Αστρηνός στην Αστρηνών κώμη της Ισαυρίας, Απόλλων Λαιρβηνός, Ζευς Μασφαλτηνός κ.ά.). Μάλιστα, πολλοί από τους θεούς αποκαλούνταν κατέχοντες ή βασιλείς των κωμών ή τύραννοι.21 Δε λείπουν, φυσικά, και στοιχεία αυτοκρατορικής λατρείας.

Σημαντική θέση στη θρησκευτική ζωή έπαιζαν και οι γιορτές και τα πανηγύρια σε υπαίθρια ιερά που διοργάνωναν πολλές κώμες από κοινού, όπως των Ξένων Τεκμορείων στην Αντιόχεια της Πισιδίας, που προαναφέρθηκε, του Δία Βουσσουριγίου στη Βόρεια Γαλατία, του Δία Ανπελείτη, του Δία Θάλλου και του Δία Ανδρέα κοντά στην Άππια ή του Απόλλωνα Λαιρβηνού στις κώμες της Ιεραπόλεως Φρυγίας.22 Χαρακτηριστικό αυτών των γιορτών στα υπαίθρια ιερά στη Βιθυνία ήταν τα «οινοπόσια» και οι αγώνες (λ.χ. λαμπαδηδρομίες). Στη Θιούντα της Ιεράπολης της Φρυγίας τιμούνται τα μέλη των 24 φρατριών που έγιναν αγωνοθέτες και πρόσφεραν λάδι και χρήματα για το πανηγύρι που διήρκεσε 8 μέρες και νύχτες. Ένα στοιχείο επίσης που, από το 2ο αι. μ.Χ. και εξής, πολύ συχνά συναντά κανείς στα νεκροταφεία των πόλεων, αλλά κυρίως σ’ αυτά των κωμών, είναι οι επιτύμβιες επικλήσεις στη Σελήνη, την Εκάτη, τη Νέμεση, το Μήνα, την Αναΐτη, για να προστατέψουν τους τάφους, και οι κατάρες γι’ αυτούς που θα επιχειρήσουν να τους συλήσουν. Εξίσου χαρακτηριστικές είναι και οι στήλες μετάνοιας που έστηναν οι ίδιοι οι ασεβείς ή οι συγγενείς τους, δείγμα της θρησκοληψίας των κατοίκων της υπαίθρου, που απέδιδαν κάθε κακοτυχία ή αρρώστια στην οργή των θεών.

Πολλές από τις κώμες της Ρωμαϊκής περιόδου θα συνεχίσουν να υπάρχουν είτε ως πόλεις είτε ως χωριά της Βυζαντινής περιόδου.

1. CIG, 3695 b· Sartre, M., L’Orient Romain: Provinces et sociétés provinciales en Méditerranée orientale d’Auguste aux Sévères (31 avant J.-C.-235 après J.C.) (Paris 1991), σελ. 285· Mitchell, S., Anatolia. Land, Men, and Gods in Asia Minor I: The Celts in Anatolia and the Impact of Roman Rule (Oxford 1993), σελ. 76.

2. Ξεν. 4.4.9-10, 4.5.24-33. 4.6.1.

3. Ξεν. 5.4.31.

4. Φύλαρχ., FGrHist 81 F8· Στράβ. 12.3.4 (C 542).

5. Welles, C.B., Royal Correspondence in the Hellenistic Period: A Study in Greek Epigraphy (New Haven 1934), αρ. 18.

6. Buckler, W.H. – Robinson, D.M., Sardes VII 1: Greek and Latin Inscriptions (Leyden 1932), αρ. 1.

7. OGIS, 229.

8. OGIS, 338.

9. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η Ιεράπολις της Καρίας, η Διονυσόπολις και η Ιεράπολις της Φρυγίας.

10. Στη Φρυγία, οι κώμες Κιδδιουκώμη, όπου λατρευόταν ο Απόλλωνας, Βαβακώμη, στην οποία λατρευόταν ένας τοπικός θεός Βαβάς που αργότερα εξελληνίστηκε σε Δία, και Νεότειχος συνοικίστηκαν στη Λαοδίκεια. Traversari, G., Laodicea di Frigia I (Roma 2000), σελ. 15-23. Τα Κόμμανα της Καππαδοκίας μετονομάστηκαν σε Ιεράπολη (Στράβ. 12.535) και οι Ιεροκωμήτες σε Ιεροκαισάρεια (πρβ. Plin., HN 5.126, Tac., Ann. 2.47.4, 3.62.4).

11. Διός Ιερόν ή Ιεροκωμήτες και οι Απολλωνιερείτες στη Λυδία, BMC Lydia, 23 κ.ε., 74 κ.ε.

12. Στράβ. 12.3.39 (C561).

13. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση της συγκλήτου για την παραχώρηση προνομίων στους κατοίκους των πόλεων Φλάρασα και Αφροδισιάς στην Καρία, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι κάτοικοι της υπαίθρου, Reynolds, J.M., Aphrodisias and Rome (London 1982), Doc 8. Αντίστοιχη πιθανόν σημασία έχει και η διάταξη στη “lex provinciae” του 63 π.Χ. για την επαρχία του Πόντου, όπου παραχωρούνται πλήρη δικαιώματα στα τέκνα από Πόντια γυναίκα και άνδρα που δεν έχει τα δικαιώματα του πολίτη.

14. Frend, W.H.C., “A Third-Century Inscription Relating to Angareia in Phrygia”, JRS 46 (1956), σελ. 46-56· Levick, B., The Government of the Roman Empire (London 1985), σελ. 57-60· SEG XXXII, 1982, 1149.

15. Στράβ. 12.2.6, 12.6.1.

16. IGR IV, 756· OGIS 519· Στράβ. 12.3.17-18· ΜΑΜΑ V, 87· BE 1974, 580.

17. Στην Καστωλλό, κώμη της Φιλαδέλφειας στη Λυδία, απαντά γερουσία και εκκλησία (OGIS 488), όπως εκκλησία αναφέρεται και στην Ορκιστό της Φρυγίας, Buckler, W.H., “A charitable foundation of A. D. 237”,  JHS 57 (1937) σελ. 1-10, κυρίως σελ. 9, ωστόσο δεν αποκλείεται να είχαν καθεστώς πόλης.

18. Αναφέρονται και δήμαρχοι, αλλά είναι ένας τίτλος που μάλλον επιχωριάζει στην Καρία και τη Λυκία, Wörrle, M., Stadt und Fest in kaiserzeitlichen Kleinasien: Studien zu einer agonistischen Stiftung aus Oinoanda (München 1988), σελ. 145-146.

19. IGR IV, 1635.

20. Σε κάποιες περιπτώσεις ενδεχομένως επικουρικό ρόλο είχαν και σώματα νεανίσκων με επικεφαλής το νεανισκάρχη.

21. ΤΑΜ V1, 159, 167, 255, 350, 460, 461, 499, 526, 536, 537.

22. SEG XXXIII, 1983, 1144-56.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>