Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Ντερέκιοϊ

Συγγραφή : Σταματόπουλος Δημήτριος (8/10/2001)

Για παραπομπή: Σταματόπουλος Δημήτριος , «Ντερέκιοϊ», 2001,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=12083>

Ντερέκιοϊ (28/7/2009 v.1) Dereköy - προς ανάθεση 
 

1. Ανθρωπογεωγραφία

Ο οικισμός βρισκόταν 10 χλμ. νοτιοδυτικά των Μουδανιών και το όνομά του ήταν κοινό στα επίσημα εκκλησιαστικά και στα οθωμανικά κρατικά έγγραφα. Το χωριό διέσχιζαν δύο ρέματα (dere), το Αραμπατζί Ντερεσί και το Κιλίκ Ντερεσί, τα οποία ενώνονταν μέσα στον οικισμό.

Στις αρχές του 20ού αιώνα το Ντερέκιοϊ είχε αποκλειστικά ελληνορθόδοξο πληθυσμό.1 Σύμφωνα με μια παράδοση το χωριό ιδρύθηκε μετά την Άλωση από 12 οικογένειες. Η γλώσσα των κατοίκων ήταν η τουρκική, ενώ λίγοι ήταν οι κάτοικοι που γνώριζαν ελληνικά. Τόσο στο σχολείο όσο και στην εκκλησία η επίσημη γλώσσα ήταν η ελληνική, ωστόσο στην καθημερινότητά τους οι μαθητές συνεννοούνταν στα τουρκικά, ενώ σε μεγάλες γιορτές ο ιερέας ερμήνευε το Ευαγγέλιο στα τουρκικά.

2. Διοικητική και εκκλησιαστική εξάρτηση – Θρησκεία – Εκπαίδευση

Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουμε για τις αρχές του 20ού αιώνα, το Ντερέκιοϊ υπαγόταν στο καϊμακαμλίκι των Μουδανιών του βιλαετιού της Προύσας. Οι κάτοικοι αποτείνονταν για τις υποθέσεις τους απευθείας στον καϊμακάμη των Μουδανιών, μολονότι τυπικά έπρεπε να απευθύνονται στο μουδουρλίκι των Τριγλίων. Για τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις παρουσιάζονταν στο στρατολογικό γραφείο της Κίου. H κοινότητα διοικούνταν από ένα μουχτάρη (muhtar) σε συνεργασία με 2-3 συμβούλους, αζάδες (âza). Παράλληλα λειτουργούσαν σχολική εφορεία και εκκλησιαστική επιτροπή.

Η κωμόπολη ανήκε εκκλησιαστικά στη δικαιοδοσία της επισκοπής Απολλωνιάδος της μητρόπολης Νικομηδείας. Στο χωριό, πάνω σε ύψωμα, υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στην αγία Παρασκευή, η οποία χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από τον αρχιτέκτονα Αβραάμ Ιωαννίδη από την Προύσα. Ο ήχος της καμπάνας του ναού, σύμφωνα με την παράδοση, ακουγόταν σε απόσταση τριών ωρών από το χωριό. Η προέλευσή της ήταν από τη Ρωσία και είχε κοστίσει 120 οθωμανικές λίρες.

Δυτικά του χωριού, σε απόσταση 10-15 λεπτών, υπήρχε μεγάλο μοναστήρι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η εκκλησία χτίστηκε με αφορμή την εύρεση της ομώνυμης θαυματουργής εικόνας στις αρχές του 19ου αιώνα και η κατασκευή του μοναστηριού ακολούθησε έπειτα από έναν αιώνα. Η εκκλησία του ήταν πέτρινη και υπήρχε στο εσωτερικό της αγίασμα, το οποίο οι κάτοικοι του χωριούεπισκέπτονταν τη νύχτα της παραμονής των Φώτων για να πάρουν νερό.

Στο χωριό λειτουργούσε εξατάξιο δημοτικό σχολείο, το οποίο στεγαζόταν σε διώροφο κτήριο, που χτίστηκε το 1895 δίπλα στο ρέμα του χωριού .

3. Στοιχεία οικονομίας

Στο χωριό υπήρχαν πέντε καφενεία, πέντε μπακάλικα, τέσσερα ελαιοτριβεία και δύο υδρόμυλοι. Για τις βασικές εμπορικές συναλλαγές οι ντόπιοι πήγαιναν στα Μουδανιά. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τη σηροτροφία και την ελαιουργία. Τα κουκούλια και τις ελιές τα πουλούσαν στην Προύσα, ενώ μικρή ήταν η παραγωγή δημητριακών. Κάθε Κυριακή γινόταν παζάρι, το οποίο συγκέντρωνε τους μουσουλμάνους των γειτονικών χωριών που πουλούσαν κριθάρι, αλεύρι, ρεβίθια, ξύλα και γιαούρτι.

4. Εθνοτικές εκκαθαρίσεις – Εγκατάσταση στην Ελλάδα

Το χωριό εκκενώθηκε το 1914 στο πλάισιο των διώξεων των ελληνορθοδόξων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πολέμο. Οι κάτοικοι επέστρεψαν το 1919, για να το εγκαταλείψουν οριστικά το 1922. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οικογένειες από το χωριό εγκαταστάθηκαν στην Πλατανιά Δράμας, τη Ποταμιά και τα Κιμμέρια της Ξάνθης.

1. Αρχείο Προφορικής Παράδοσης Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, φάκ. Β 162. Η στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το 1906 αναφέρεται σε 402 ελληνορθόδοξες οικογένειες, βλ. Ημερολόγιον των Εθνικών Φιλανθρωπικών Καταστημάτων του έτους 1906 (Κωνσταντινούπολις 1905), σελ. 138. Στο Καβαλιέρος-Μαρκουίζος, Θ., Από Κωνσταντινουπόλεως εις Νίκαιαν. Ταξειδιωτικαί εντυπώσεις εκ Βιθυνίας, μετ’ εικόνων (Κωνσταντινούπολις 1909), σελ. 179, δίνεται ο αριθμός των 420 ελληνορθόδοξων οικογενειών. Σύμφωνα με απογραφή, στα τέλη του 1920 στο χωριό ζούσαν 450 οικογένειες, βλ. Μεσιτίδης, Α. – Δεληγιάννης, Β., «Η Απολλωνιάς», Μικρασιατικά Χρονικά 3 (1940), σελ. 435. Η στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το 1922 δίνει τον αριθμό των 2.707 ελληνορθόδοξων κατοίκων, βλ. Patriarcat Oecumenique, Les atrocités kémalistes dans les régions du Pont et dans le reste de l’Anatolie (Constantinople 1922), σελ. 263.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>