Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Κεραμική Νίκαιας (Βυζάντιο)

Συγγραφή : Σιαμέτης Βασίλειος (10/11/2003)

Για παραπομπή: Σιαμέτης Βασίλειος, «Κεραμική Νίκαιας (Βυζάντιο)», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4791>

Κεραμική Νίκαιας (Βυζάντιο) (15/12/2012 v.1) Ceramics of Nicaea (Byzantium) - δεν έχει ακόμη εκδοθεί 
 

1. Γενικά για την κεραμική παραγωγή της Νίκαιας

Η ύπαρξη εργαστηρίων κεραμικής στη βυζαντινή Νίκαια αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα υποθετικό κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, που συνδεόταν κυρίως με μια αναφορά περί «τανστρίων νικομηδείων» (κέραμοι της Νικομήδειας) σε ιστορική πηγή του τέλους του 12ου αιώνα.1 Οι υπόλοιπες γραπτές μαρτυρίες σχετικά με την παραγωγή βυζαντινής κεραμικής στην ίδια τη Νίκαια είναι έμμεσες και αριθμητικά περιορισμένες.2 Οι ανασκαφές όμως που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα κυρίως στο κέντρο του σημερινού Iznik, στην περιοχή δηλαδή του ρωμαϊκού θεάτρου3 και των οθωμανικών κλιβάνων,4 καθώς και η συστηματική μελέτη των κεραμικών αντικειμένων από άσπρο και κόκκινο πηλό, αποδεικνύουν ότι από το 10ο έως το 14ο αιώνα λειτουργούσαν εκεί εργαστήρια κεραμικής που παρήγαν επιτραπέζια σκεύη.5 Τα πολυάριθμα αγγεία από λευκό πηλό τα οποία απαντώνται πολύ συχνά στην Κωνσταντινούπολη εκπροσωπούν τις βασικές υποκατηγορίες της ομάδας των εφυαλωμένων αγγείων από λευκό πηλό και χρονολογούνται από το 10ο ως τις αρχές του 13ου αιώνα· ενίοτε εμφανίζονται ως υπολείμματα κεραμικών κλιβάνων, και ως εκ τούτου μπορούμε να θεωρήσουμε ότι κατασκευάστηκαν στη Νίκαια και ότι η πόλη αυτή αποτέλεσε κέντρο κεραμικής παραγωγής και εφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης. Τα αγγεία από κόκκινο πηλό χρονολογούνται στο 13ο και στις αρχές του 14ου αιώνα και αποτελούν τοπική παραγωγή με περιορισμένη διάδοση. Δίπλα στην ντόπια παραγωγή εμφανίζονται επίσης πολυάριθμα δείγματα εισαγωγών.6

Η κεραμική παραγωγή της Νίκαιας δεν διεκόπη απότομα μετά την επικράτηση των Οθωμανών στη Βιθυνία το 1331. Στη συγκεκριμένη περίοδο οι Οθωμανοί κεραμείς άρχισαν να αντιγράφουν τις βυζαντινές κεραμουργικές τεχνικές (εγχάρακτη, επιπεδόγλυφη ή γραπτή πάνω σε επίχρισμα διακόσμηση). Η βυζαντινή παράδοση διατηρήθηκε στο Iznik τουλάχιστον ως το 16ο αιώνα. Διαπιστώνεται η ύπαρξη δύο ειδών εργαστηρίων: στα πρώτα παρασκευάζονταν πολυτελή φαγεντιανά με μονόχρωμη ή πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση, που προορίζονταν για την Αυλή, ενώ στα δεύτερα παράγονταν πήλινα αγγεία με μολυβδούχο εφυάλωμα βυζαντινής προέλευσης, που ανταποκρίνονταν στην τοπική ζήτηση, αλλά πιθανόν και σε ευρύτερη.7

2. Εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό

Τα εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό αποτελούν μιαν από τις σημαντικότερες ομάδες της βυζαντινής κεραμικής. Τα όστρακα της συγκεκριμένης κατηγορίας που βρέθηκαν στη Νίκαια χρονολογούνται από το 10ο αιώνα έως τις αρχές του 13ου και ανήκουν τυπολογικά στις ακόλουθες ομάδες: εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό II και IV (Glazed White Ware II, IV) και πολύχρωμα αγγεία (Polychrome Ware).8 Η εντυπωσιακή ποσότητα των κεραμικών που αποκαλύφθηκαν, η τυπολογική ποικιλία, τα αντικείμενα που εμφανίζονται ως απορρίμματα της λειτουργίας κεραμικών εργαστηρίων και ως υπολείμματα κλιβάνων, καθώς και η ύπαρξη στρώματος λευκού πηλού στα περίχωρα της πόλης9 αποδεικνύουν τη λειτουργία εργαστηρίων στη Νίκαια κατά τη συγκεκριμένη εποχή. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κοινώς αποδεκτή απόδοση στη Νικομήδεια μιας βιοτεχνικής παραγωγής κεραμικών από λευκό πηλό στους βυζαντινούς χρόνους εμφανίζεται προβληματική.

2.1. Εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό ΙΙ

Τα εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό II εκπροσωπούνται από διάφορους τύπους, που χρονολογούνται κυρίως στην εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών (867-1185). Απαντώνται παραδείγματα από λεπτόκοκκο και καλά ψημένο πηλό, όπου η μολυβδούχος εφυάλωση εφαρμόζεται απευθείας στον πηλό και έχει απαλό κίτρινο χρώμα, ή κάποια απόχρωση του πράσινου, ενίοτε δε είναι διάστικτη («ιλαροπληγή αγγεία»). Η πλειοψηφία των αγγείων αυτών είναι διακοσμημένη με απλά έκτυπα μοτίβα, όπως τετράφυλλα τριφύλλια, ρόδακες και φοινικόφυλλα, τοποθετημένα εντός κεντρικών μεταλλίων που ορίζονται από ομόκεντρους κύκλους ή από διακεκομμένες ταινίες. Άλλα κεραμικά είναι ακόσμητα και έχουν απλώς μονόχρωμο ή πολύχρωμο εφυάλωμα. Τα περισσότερα όστρακα ανήκουν σε αγγεία ανοικτού σχήματος και μικρών διαστάσεων, τα οποία βασίζονται σε χαμηλό δακτυλιόσχημο πόδι. Ένα παράδειγμα άλλου τύπου, που χρονολογείται στο πρώτο ήμισυ του 11ου αιώνα και ανακαλύφθηκε στο ρωμαϊκό θέατρο, είναι διακοσμημένο με γυπαετό, ενώ υπάρχει και ο τύπος των αγγείων που εκπροσωπούνται από τον πυθμένα και το κατώτερο τμήμα μεγάλου αγγείου του Μουσείου του Iznik, διακοσμημένου με ανάγλυφο αιλουροειδές που συγκρατεί ανάμεσα στα πόδια του μικρό ζώο· το σύνολο της συγκεκριμένης διακόσμησης περιβάλλεται από ταινία με εγχάρακτες γραμμοσκιάσεις και παρουσιάζει στενές ομοιότητες με θραύσμα κεραμικής από το Saraçhane που χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα. Οι μικρές κούπες με δύο λαβές που βρέθηκαν επανειλημμένα στις ανασκαφές του ρωμαϊκού θεάτρου και χρονολογούνται στον 11ο αιώνα αποτελούν έναν άλλο τύπο.10

2.2. Εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό IV

Τα εφυαλωμένα αγγεία από λευκό πηλό IV εκπροσωπούνται από ορισμένους πυθμένες με λεπτά τοιχώματα και κάπως άτεχνη γραπτή διακόσμηση. Χρονολογούνται στα τέλη του 12ου με αρχές του 13ου αιώνα. Τα χρώματα που επιλέγονται στην περίπτωσή τους, και τα οποία έχουν ενίοτε την τάση να συμπλέκονται, είναι το πράσινο και το μαύρο. Το απαλό κίτρινο εφυάλωμα που δέχονται κατά την τελευταία όπτηση διατηρείται γενικά σε κακή κατάσταση.

2.3. Πολύχρωμα αγγεία

Τα πολύχρωμα αγγεία (η λεγόμενη και «πολύχρωμη κατηγορία») αποτελούν περίφημα δείγματα της βυζαντινής κεραμικής. Στη Νίκαια όμως εκπροσωπούνται από έναν μικρό αριθμό ευρημάτων. Ένα πινάκιο μεγάλων διαστάσεων στο Μουσείο της πόλης είναι διακοσμημένο με οπλισμένη έφιππη μορφή εντός μεταλλίου. Για την απόδοση της παράστασης χρησιμοποιήθηκε το καφέ, το ρόδινο και το πράσινο χρώμα, ενώ το εφυάλωμα είναι έγχρωμο. Σε θραύσμα με γραπτή διακόσμηση από πράσινο, μαύρο και κόκκινο χρώμα, το οποίο ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές των οθωμανικών κλιβάνων, βλέπει κανείς έναν μετωπικό άντρα με ανοιχτό βηματισμό, ντυμένο με κοντό χιτώνα· δεξιά του σώζεται αποσπασματική επιγραφή (ΟΜΗC). Στα ευρήματα του θεάτρου συγκαταλέγεται ένα χείλος διακοσμημένο με ζώνη μικρών τόξων που εναλλάσσεται με κάθετες γραμμές κίτρινου και πράσινου χρώματος, οριοθετημένες από μαύρη ταινία· επίσης, ένα θραύσμα ανοικτού αγγείου με λεπτά τοιχώματα του οποίου η κοιλιά είναι διακοσμημένη με γραπτά ανθύλλια εντός μικρών μεταλλίων, τα οποία διαθέτουν πρασινογάλαζα φωτεινά μέρη και στιλπνό έγχρωμο εφυάλωμα. Τα αγγεία αυτά φαίνεται να ανήκουν στις υποκατηγορίες 1 και 2 και χρονολογούνται στα τέλη του 10ου-αρχές 11ου αιώνα.11

3. Εργαστήρια παραγωγής και κέντρα εμπορίου

Εκείνο που μένει να διευκρινιστεί είναι το κατά πόσο το συγκεκριμένο υλικό επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η Νίκαια αποτέλεσε τον τόπο παραγωγής της εφυαλωμένης λευκής κεραμικής που αφθονεί στην Κωνσταντινούπολη. Η ύπαρξη κωνσταντινουπολίτικων εργαστηρίων παραμένει υποθετική, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης απορριμμάτων που θα αποτελούσαν ασφαλές τεκμήριο της λειτουργίας τους. Ωστόσο, η σημαντική ποσότητα εφυαλωμένων κεραμικών από λευκό πηλό που αποκαλύφθηκε στην Κωνσταντινούπολη οδηγεί στην αναζήτηση ενός κέντρου παραγωγής σε κοντινή απόσταση. Η παραγωγή αυτή αποδίδεται συνήθως στη Νικομήδεια, εξαιτίας της αναφοράς της σε κείμενο του 12ου αιώνα, όπου αναφέρεται η διακόσμηση ναού «διά τανστρίων Νικομηδείων», δηλαδή με κεράμους από τη Νικομήδεια.12 Έτσι, οι περισσότεροι βυζαντινοί κέραμοι-πλάκες επίθεσης σε τοίχους της πολύχρωμης κατηγορίας που φυλάσσονται στα διάφορα μουσεία παρουσιάζονται ως προερχόμενοι από τη συγκεκριμένη πόλη της Βιθυνίας. Παρ’ όλα αυτά έχει διατυπωθεί η εύλογη άποψη ότι η Νικομήδεια δεν υπήρξε απαραίτητα το κέντρο παραγωγής των συγκεκριμένων αντικειμένων, αλλά ο τόπος εμπορίου και διανομής τους. Η υπόθεση αυτή φαίνεται αρκετά πειστική, καθώς το υλικό που έχει εντοπισθεί ως τώρα στη συγκεκριμένη πόλη δεν επιβεβαιώνει την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων.13

Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τη Νίκαια, οι κάτοικοι της οποίας είναι πιθανόν να εμπορεύονταν τις περίφημες αυτές πλάκες μέσω του επινείου της Νικομήδειας, με αποτέλεσμα οι κέραμοι να γίνουν γνωστοί με το όνομα της τελευταίας. Οι ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί στη Νίκαια έδωσαν έναν σημαντικό αριθμό οστράκων από λευκό πηλό και θραύσματα πολυάριθμων αγγείων, τα οποία απέτυχαν κατά την όπτηση με αποτέλεσμα να πεταχτούν πριν από την εφυάλωσή τους. Την προέλευση των συγκεκριμένων κεράμων από την πόλη αυτή ενισχύει και η διαπίστωση ότι τα πρωιμότερα εφυαλωμένα πλακίδια της οθωμανικής Νίκαιας ψήνονταν οριζόντια πάνω σε τρίποδες κατά τον βυζαντινό τρόπο, καθώς και το γεγονός ότι αποτέλεσε μεταγενέστερα σημαντικό κέντρο κεραμικής παραγωγής.14

4. Κέραμοι Νικομήδειας

Η προέλευση των κεραμικών πλακιδίων και του όρου «κέραμοι Νικομήδειας» σχετίζεται με έγγραφο βάσει του οποίου ο ναός του ανακτόρου του Βοτανειάτη, ένας τετρακιόνιος εγγεγραμμένος σταυροειδής του 10ου ή 11ου αιώνα κοντά στο σημερινό Sirkeci, παραχωρήθηκε στους Γενουάτες. Το έγγραφο συντάχθηκε στα λατινικά τον Μάιο του 1192 και μεταφράστηκε στα ελληνικά τον Οκτώβριο του 1202.15 Σε αυτή την ελληνική μετάφραση παραπέμπουν πάντα οι ερευνητές προκειμένου για τα πλακίδια, και συγκεκριμένα στη φράση «διά τανστρίων νικομηδείων», που αναφέρεται στη διακόσμηση και μεταφράζεται πάντα ως «κέραμοι της Νικομήδειας». Η λέξη «τανστρία» προκάλεσε αντιγνωμίες σχετικά με τη σημασία της, παρότι το πρωτότυπο λατινικό κείμενο χρησιμοποιεί τη λέξη testes, που μεταφράζεται «κέραμοι».16

Οι «κέραμοι της Νικομήδειας» έχουν εντοπισθεί έως σήμερα σε σχετικά ολιγάριθμες θέσεις και κατανέμονται γεωγραφικά σε τρία βασικά σύνολα ευρημάτων: της Κωνσταντινούπολης,17 της Βιθυνίας18 και της Βουλγαρίας.19 Μια μάλλον σχετική ομάδα απαρτίζουν και τα κεραμικά πλακίδια που σχηματίζουν το γείσο (κοσμήτη) του τεταρτοσφαιρίου του mihrab (της αψίδας) στο τζαμί του χαλίφη Al-Hakam ΙΙ της ισπανικής Κόρδοβα.20 Οι κεραμικές πλάκες της Κωνσταντινούπολης και της Πρεσθλάβας της Βουλγαρίας προέρχονται από ανασκαφές. Αντίθετα, η προέλευση των κεράμων της Βιθυνίας είναι περισσότερο αβέβαιη, αφού πρόκειται για υλικό γνωστό κυρίως από αγορές αρχαιοτήτων.21 Εξαίρεση αποτελεί το γείσο που διακοσμούσε τον κατεστραμμένο σήμερα Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Νίκαια. Αξιοσημείωτη είναι η συγκέντρωση των κεράμων στην πρωτεύουσα και στην άμεση ενδοχώρα της, η οποία υποδηλώνει την ύπαρξη ενός κοντινού κέντρου παραγωγής και εμπορίου της πολύχρωμης κεραμικής. Ο διασκορπισμός τους σε άλλες θέσεις, όπως στη Βουλγαρία (Πρεσθλάβα) και πιθανώς στην Ισπανία (Κόρδοβα), πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί σε διπλωματικούς και όχι σε εμπορικούς μηχανισμούς.22

4.1. Σχήματα-διακόσμηση

Οι «κέραμοι της Νικομήδειας» είναι ως επί το πλείστον κατασκευασμένοι από εξαιρετικής ποιότητας λευκό πηλό με μολυβδούχο εφυάλωμα και έντονη και πολύχρωμη γραπτή διακόσμηση. Το πάχος των τοιχωμάτων τους κυμαίνεται από 3 έως 5 χιλιοστά. Ως προς το σχήμα και τη διακόσμηση διακρίνονται οι ακόλουθες υποκατηγορίες:

α) επίπεδα τετράγωνα (10x10 έως 30x30 εκ.), διακοσμημένα συχνά με εικονιστικό διάκοσμο (ανθρώπινες μορφές και ζώα), οριοθετημένο από ημικίονες, κιονόκρανα και κυμάτια. Αξιοσημείωτες είναι οι παραστάσεις της Θεοτόκου σε διάφορους τύπους (π.χ. της Νικοποιού), αποστόλων, αγίων και αγγέλων, αλλά και διακοσμητικά θέματα εμπνευσμένα από το ζωικό βασίλειο (παγόνι, αετός, λιοντάρι σε στάση βηματισμού, λαγός).

β) επιμήκη σχήματα καμπυλόγραμμης τομής (30x10-12 εκ.), διακοσμημένα με ημιανάγλυφα και ανεικονικά μοτίβα (όπως ρόδακες, αστέρια, φολίδες, κυμάτια και ποικίλα φυτικά κοσμήματα).

γ) ταινιόμορφα σχήματα επίπεδης τομής (10x3 εκ.), διακοσμημένα επίσης με ημιανάγλυφα και ανεικονικά μοτίβα (κυρίως με παρατακτικούς ή τεμνόμενους κύκλους), αλλά με λιγότερη επιμέλεια εξαιτίας της περιορισμένης επιφάνειάς τους.

δ) μικρά αρχιτεκτονικά μέλη, παρόμοια με τμήματα κιονοστοιχιών. Η διακόσμηση και το εφυάλωμα εμφανίζονται μόνο στη μία πλευρά των πλακών, ενώ η άλλη παρέμενε τραχιά και ακατέργαστη για την προσκόλλησή της στον τοίχο ή σε άλλη επιφάνεια.

4.2. Χρήση

Οι κεραμικές πλάκες χρησιμοποιούνταν για την κόσμηση τοίχων κυρίως εκκλησιαστικών οικοδομημάτων. Άλλοτε χρησιμοποιούνταν ως διακοσμητικά πλαίσια τοιχογραφιών και ψηφιδωτών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις σχημάτιζαν διακοσμητικά γείσα-κοσμήτες που περιέτρεχαν τμήματα των ναών (ναός της Κοιμήσεως στη Νίκαια, τζαμί του Al-Hakam ΙΙ της ισπανικής Κόρδοβα).23 Η χρήση των κεράμων με καμπυλόγραμμη τομή δεν είναι και τόσο σαφής. Δεν αποκλείεται να προορίζονταν για τη διακόσμηση κιόνων ή ημικιόνων και των βάσεών τους. Οι τελευταίες μελέτες για τις κεραμικές πλάκες, επίπεδης και καμπύλης τομής, που φυλάσσονται στα Μουσεία Λούβρου και Σεβρών και θεωρούνται βιθυνικής προέλευσης, καθώς και για τις κεραμικές πλάκες της Βουλγαρίας, οδήγησαν στην υπόθεση ότι χρησιμοποιήθηκαν για τη διακόσμηση τέμπλων.24 Τα πλακίδια από το Μέγα Παλάτιον που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και παρουσιάζουν ασυνήθιστα σχήματα (π.χ. εφυαλωμένες κεραμικές πλάκες τοποθετημένες σε κονίαμα, γείσα πολυγωνικής επιφάνειας) και διακόσμηση (απομίμηση μαρμάρου) αποτελούν μία από τις σπανιότερες περιπτώσεις χρησιμοποίησής τους στη διακόσμηση ενός κοσμικού κτηρίου.25

4.3. Χρονολόγηση

Όλες οι κεραμικές πλάκες χρονολογούνται από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα, ανήκουν δηλαδή στην περίοδο της καλλιτεχνικής αναγέννησης που γνώρισε η αυτοκρατορία υπό τη δυναστεία των Μακεδόνων (867-1056), γνωστής ως Μακεδονικής Αναγέννησης.26 Ως εκ τούτου μεταθέτουν ελαφρά προς τα πίσω το αρχικό χρονικό όριο που υπαγορεύουν τα ανασκαφικά δεδομένα για τη λειτουργία των κεραμικών εργαστηρίων της Νίκαιας, δηλαδή το 10ο αιώνα. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι τα μοναδικά παραδείγματα κεράμων που μπορούν να χρονολογηθούν με σχετική ακρίβεια ανήκουν όλα στο 10ο αιώνα.27

Η Μακεδονική Αναγέννηση, που ακολούθησε την εικονοκλαστική κρίση, χαρακτηρίζεται από την τάση για επιστροφή σε κλασικά πρότυπα από την τέχνη της Aρχαιότητας καθώς και από την κλίση της προς τις τέχνες της Aνατολής. Όπως οι ψηφοθέτες και οι ζωγράφοι, έτσι και οι κεραμείς βασίστηκαν αναμφίβολα σε αυτό το «διπλό» κληροδότημα. Από την αρχαιότητα δανείζονται όχι μόνο τα διακοσμητικά θέματα, αλλά και τον κλασικισμό των προσώπων και τη συγκρατημένη χάρη της πτυχολογίας. Από την Ανατολή αντιγράφουν παραστάσεις, όπως τον λέοντα σε στάση βηματισμού, τη διακοσμητική διάθεση των φυτικών κοσμημάτων, τη συμμετρία των συνθέσεων και την ευλυγισία του σχεδίου, γνωρίσματα που επιβεβαιώνουν το ρόλο των ισλαμικών τεχνών στη διαμόρφωση της βυζαντινής τέχνης κατά τη διακυβέρνηση των Μακεδόνων.

5. Αγγεία από κόκκινο πηλό

Τα αγγεία που βρέθηκαν στη Νίκαια ως απορρίμματα της λειτουργίας κεραμικών εργαστηρίων δεν είναι μόνο από λευκό πηλό, αλλά και από κόκκινο. Οι διακοσμητικές και μορφολογικές ιδιαιτερότητες του υλικού που σχετίζεται με την αποτυχημένη όπτηση επιτρέπει τον προσδιορισμό τοπικής παραγωγής και τη διάκριση των κεραμικών με αβέβαιη προέλευση.
Ανάμεσα στο υλικό απαντώνται όλες οι βασικές τεχνικές διακόσμησης του πηλού· η εγχάρακτη, η επιπεδόγλυφη, η γραπτή πάνω σε επίχρισμα και το απλό εφυάλωμα. Τα παραδείγματα δεν είναι εντελώς ομοιογενή, με αποτέλεσμα να διακρίνονται μεμονωμένα αγγεία και υποκατηγορίες έργων με κοινά χαρακτηριστικά. Ο πηλός του σώματος είναι αρκετά καθαρός, λεπτόκοκκος, πορτοκαλί χρώματος, ενίοτε κεραμιδί. Έχει υποστεί καλή όπτηση και διαθέτει υψηλή ανθεκτικότητα. Τα αγγεία έχουν συνήθως μικρή διάμετρο με πολύ λεπτά τοιχώματα (από 2 έως 4 χιλιοστά). Το σχήμα τους είναι ως επί το πλείστον ανοικτό· μικρές κούπες που βασίζονται σε δακτυλιόσχημη βάση με έντονα πεπλατυσμένη στεφάνη. Με διάμετρο κατά μέσο όρο μικρότερη των 60 χιλιοστών και με ύψος 11 χιλιοστά, η πλειοψηφία των ποδιών διακρίνεται για την κοιλότητα που σχηματίζει εσωτερικά η δακτυλιόσχημη βάση. Τα χείλη βρίσκονται στην προέκταση της κοιλιάς, η οποία είναι καμπυλόγραμμη. Η χρήση τριπόδων ως υποστηριγμάτων κατά την όπτηση επιβεβαιώνεται από τη συχνή ανακάλυψη σχετικών ιχνών, από τα αποσπασμένα πόδια ή από την τοπική απολέπιση του εφυαλώματος. Τα αγγεία διαθέτουν υπόλευκο ή ροδόχρωμο επίχρισμα. Μία από τις βασικές ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης παραγωγής είναι η χρήση μολυβδούχου εφυαλώματος, αρκετά στιλπνού και πορτοκαλί χρώματος. Η πλειοψηφία των αγγείων καλύπτεται εκ νέου από εφυάλωμα σε διάφορους τόνους του πράσινου ή του κίτρινου, που ενίοτε εναλλάσσονται πάνω στο ίδιο αντικείμενο.

5.1. Εγχάρακτη διακόσμηση

H ομάδα των αγγείων από κόκκινο πηλό που είναι διακοσμημένα με τη συγκεκριμένη τεχνική είναι αρκετά πολυάριθμη και ομοιογενής και ανήκει αναμφίβολα σε τοπική παραγωγή. Η κοινή προέλευσή τους επιβεβαιώνεται από τις ομοιότητες ως προς τη φύση του πηλού, το σχήμα των ποδιών, τις παρόμοιου σχήματος τομές των αντικειμένων, το χρώμα του εφυαλώματος, την ομοιογένεια της τεχνοτροπίας και της ποιότητας των αγγείων με όμοια διακόσμηση. Εκείνο όμως που αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία μιας τοπικής παραγωγής είναι η ανακάλυψη απορριμμάτων όπτησης, δηλαδή αγγείων και οστράκων που πετάχθηκαν κατά την επεξεργασία τους. Η συγκεκριμένη παραγωγή μοιάζει αρκετά με τα αγγεία του Ζευξίππου,28 δείγματα των οποίων βρέθηκαν στη Νίκαια.

Για την εκτέλεση του διακόσμου συνδυάζεται η εγχάρακτη με την επιπεδόγλυφη τεχνική. Διακρίνονται δύο βασικές κατηγορίες με βάση κυρίως το θεματολόγιο που επιλέγεται. Στην πρώτη, το συνηθέστερο μοτίβο είναι ένα πτηνό σε κατατομή, τοποθετημένο εντός κεντρικού μεταλλίου, το οποίο οριοθετείται συχνά από δύο ομόκεντρους κύκλους ή αποτελεί το κέντρο κυκλικού άνθους. Σε σπανιότερες και συγκριτικά άτεχνες περιπτώσεις, το πτηνό εμφανίζεται μετωπικό και με ανοιγμένα φτερά. Η διακόσμηση συμπληρώνεται συνήθως με μία ζώνη ομόκεντρων κύκλων στα χείλη των αγγείων, που σώζονται σε ακέραιη κατάσταση.29 Άλλα συνήθη διακοσμητικά θέματα είναι ένα κεντρικό μετάλλιο, οριοθετημένο από δύο ομόκεντρους κύκλους που σχηματίζουν ταινία διακοσμημένη με σπείρες, φοινικόφυλλο αποδοσμένο ολόκληρο ή κατά το ήμισυ εντός κεντρικού μεταλλίου, εγχάρακτος σταυρός εντός διπλού άνθινου κοσμήματος. Οι περισσότεροι πυθμένες είναι διακοσμημένοι με απλούς ομόκεντρους κύκλους. Ανάλογος είναι και ο διάκοσμος στα χείλη τους, ενώ σε σπανιότερες περιπτώσεις εμφανίζεται διακόσμηση και στην εξωτερική τους επιφάνεια.

Η δεύτερη ομάδα εμφανίζει λιγότερο ομοιογενή τεχνοτροπία. Τα θέματα που επιλέγονται είναι παραστάσεις από το ζωικό βασίλειο (μεγάλο πτηνό διαφορετικής μορφής σε σχέση με τα προαναφερθέντα, αιλουροειδές με διάστικτη επιδερμίδα, λαγός που παίζει), αλλά και ανθρώπινες μορφές, που ενίοτε διακρίνονται για την υψηλή ποιότητα απόδοσής τους (μετωπικός άνδρας, ντυμένος με κοντό χιτώνα, ασπίδα και θώρακα διακοσμημένο με σπείρες, πλαισιωμένος από λιγοστά και στιλιζαρισμένα άνθη και δέντρα, συμπλοκή ανάμεσα σε αιλουροειδές και σε έφιππο άντρα, μικρόσωμη μορφή που κραδαίνει ξίφος).

5.2. Γραπτή διακόσμηση σε επίχρισμα

Η γραπτή διακόσμηση πάνω σε επίχρισμα των κεραμικών της Νίκαιας είναι εντελώς ιδιαίτερη, καθώς δε θυμίζει κανέναν από τους συνήθεις τύπους. Τα βασικά μοτίβα της διακόσμησης των ανοικτών αγγείων είναι το αβάκιο, κάθε διάχωρο του οποίου είναι διακοσμημένο με κύκλο, οι σειρές υποστιγμών, οι υπογραμμισμένοι κύκλοι και οι διάσπαρτες στιγμές, ενώ για τη διακόσμηση δύο υδριών χρησιμοποιήθηκαν κυματοειδείς γραμμές, εναλλασσόμενες ενίοτε με σειρές στιγμών. Το επίχρισμα έχει είτε πορτοκαλί χρώμα είτε κίτρινο του χρυσού ή της ώχρας είτε φιστικί. Η διάμετρος των αγγείων κυμαίνεται από 140 έως 250 χιλιοστά. Τα πόδια παρουσιάζουν τον συνήθη τύπο. Στην εξωτερική επιφάνεια οι μεγάλοι κύκλοι είναι συνήθως ζωγραφισμένοι στην κοιλιά του αγγείου.

5.3. Επιπεδόγλυφη διακόσμηση (Champlevé)

Αν και είναι δύσκολο να αποδώσουμε με βεβαιότητα στα εργαστήρια της Νίκαιας όλα τα αντικείμενα που είναι διακοσμημένα με την επιπεδόγλυφη τεχνική, για ορισμένα από αυτά υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις. Ένα πρώτο σύνολο αποτελούν τρία όστρακα πυθμένων, διακοσμημένα με πτηνό. Το συγκεκριμένο θέμα παραπέμπει στο λεγόμενο «πτηνό της Θεσσαλονίκης», το οποίο αποδίδεται με την επιπεδόγλυφη και εγχάρακτη τεχνική και θεωρείται χαρακτηριστικό θέμα των εργαστηρίων κεραμικής της συγκεκριμένης πόλης κατά το 14ο αιώνα, καθώς εκεί βρέθηκαν αρκετά δείγματα με αυτό το θέμα ως απορρίμματα κεραμικών κλιβάνων.30 Η κατάσταση όμως του ενός από τα τρία όστρακα της Νίκαιας υποδεικνύει την ντόπια κατασκευή του. Δεν φαίνεται επομένως και πολύ πιθανό τα συγκεκριμένα έργα να εισήχθησαν από τη Μακεδονία, αλλά αντίθετα η Νίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δεύτερο κέντρο παραγωγής έργων με τη διακόσμηση του περίφημου πτηνού": απομένει απλώς να διασαφηνιστεί εάν η συγκεκριμένη παραγωγή είναι παλαιότερη από εκείνη της Θεσσαλονίκης ή σύγχρονή της.

Ανάμεσα στα υπόλοιπα αγγεία επιπεδόγλυφης τεχνικής διακρίνεται μία σειρά πυθμένων, αρκετά ομοιογενών από μορφολογική και διακοσμητική άποψη, οι οποίοι αποδίδονται σε τοπικό εργαστήριο κεραμικής των αρχών του 14ου αιώνα. Το σχήμα των ποδιών είναι πανομοιότυπο με εκείνο των υπόλοιπων που εντοπίστηκαν στη Νίκαια: ψηλό, με έντονα πεπλατυσμένη βάση και διάμετρο μειωμένη προς τα άνω (ύψος 17-26 χιλιοστά, διάμετρος 57-68 χιλιοστά). Η διακόσμηση περιλαμβάνει μοτίβα όπως άνθη, δενδρύλλια, ιχθείς, αβάκιο, ρόμβους και περιπλεκόμενες ταινίες, που είναι επιμελώς εκτελεσμένα και τονίζονται με αποχρώσεις του πράσινου πάνω στο κιτρινωπό εφυάλωμα. Ο πηλός είναι λεπτόκοκκος, πορτοκαλί ή κόκκινος.

1. Miklosich, F. – Müller, I. (ed.), Acta et Diplomata Graeca Medii Aevi Sacra et Profana III (Wien 1865), σελ. 55.

2. Για παράδειγμα, ο Νικόλαος Μεσαρίτης, στην περιγραφή του ταξιδιού του στη Νίκαια το 1208, σημειώνει την έντονη ανάπτυξη του εμπορίου κεραμικής, αναφέρεται όμως μόνο στα πιθάρια οίνου που φορτώνονταν στα πλοία. Heisenberg, A., Neue Quellen zur Geschichte des lateinischen Keisertums und der Kirchenunion II: Die Unionsverhandlungen von 30. August 1206, Patriarchenwahl und Keiserkronung in Nikaia 1208, SWAW (1923/2), σελ. 9-11 και σελ. 44, Ι, 31-35. Για επιπλέον πηγές βλ. Veronique, Fr., “Les ateliers de céramique byzantine de Nicée/Iznik et leur production (Xe début XIVe s.)”, Bulletin de Correspondance Hellenique 121/1 (1997), σελ. 412, σημ. 11, 13.

3. Yalman, B., “Iznik Theatre, 1982”, Anatolian Studies 33 (1983), σελ. 250-252· Yalman, B., “Iznik Theatre, 1983”, Anatolian Studies 34 (1984), σελ. 222-223· Yalman, B., “Iznik Tiyatro Kazısı, 1991” στο XIV Kazı Sonucları Toplantısı (Ankara, 25-29 mayıs 1992) # II (Ankara 1993), σελ. 181-203.

4. Aslanapa, O. – Yetkin, S. – Altun, A., The Iznik Tile Kiln Excavations (The Second Round: 1981-1988) (1989).

5. Για τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης βλ. Veronique, Fr., “Les ateliers de céramique byzantine de Nicée/Iznik et leur production (Xe début XIVe s.)”, Bulletin de Correspondance Hellenique 121/1 (1997), σελ. 411-442.

6. Στο 13ο αιώνα εμφανίζονται  σπάνια παραδείγματα των αγγείων του Ζευξίππου και κεραμικά αντικείμενα που εισήχθησαν πιθανώς από τη Βόρεια Συρία. Οι εισαγωγές συνεχίζονται και το 14ο αιώνα, με αγγεία που  αποδίδονται συνήθως σε κωνσταντινουπολίτικη παραγωγή και τα οποία διανέμονταν σε αγορές της Μαύρης Θάλασσας. Για παραδείγματα βλ. Veronique, Fr., “Les ateliers de céramique byzantine de Nicée/Iznik et leur production (Xe début XIVe s.)”, Bulletin de Correspondance Hellenique 121/1 (1997), σελ. 431.

7. Veronique, Fr., “Les ateliers de céramique byzantine de Nicée/Iznik et leur production (Xe début XIVe s.)”, Anatolia Antiqua 4 (1996), σελ. 231-245.

8. Για το διαχωρισμό σε ομάδες των αγγείων από λευκό πηλό βλ. Hayes, J.W., Excavations at Sarachane in Istabul 2: The Pottery (Princeton 1992), σελ. 12-38.

9. Η ένδειξη αυτή δεν φαίνεται να είναι αποφασιστικής σημασίας στην παρούσα φάση της έρευνας, καθώς η προσπάθεια ανεύρεσης του λευκού πηλού που χρησιμοποιήθηκε στη Νίκαια και η χημική του ανάλυση έδειξαν ότι ο άσπρος πηλός που είναι διαθέσιμος στην περιοχή είναι καθαρός ασβεστόλιθος, ακατάλληλος για την κεραμική παραγωγή. Για το θέμα αυτό βλ. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 323.

10. Παραλλαγή της εφυαλωμένης λευκής κεραμικής ΙΙ του 11ου αιώνα μπορεί να θεωρηθεί και ένας επίπεδος πυθμένας η κοιλιά του οποίου παρουσιάζει συνεχή κοιλώματα, τα χείλη του είναι διακοσμημένα με δύο σειρές παράλληλων εγχαράξεων και καλύπτεται από στιλπνό εφυάλωμα που διαβαθμίζεται χρωματικά ανάμεσα στο κίτρινο, το καφέ και το ανοιχτό πράσινο· Hayes, J.W., Excavations at Sarachane in Istabul 2: The Pottery (Princeton 1992), σελ. 26, εικ. 9.25, και σελ. 216.

11. Hayes, J.W., Excavations at Sarachane in Istabul 2: The Pottery ( Princeton 1992), σελ. 35-37.

12. Βλ. παραπάνω σημ. 1 και το υποκεφάλαιο 3. Κέραμοι Νικομήδειας.

13. Veronique, Fr., “Les ateliers de céramique byzantine de Nicée/Iznik et leur production (Xe début XIVe s.)”, Anatolia Antiqua 4 (1996), σελ. 417. Η σύγχυση αυτή αναπαράχθηκε στην Οθωμανική εποχή, όπως αποδεικνύει η μελέτη των μαρτυριών του περιηγητή Hans Dernschwan, ο οποίος στα 1555 σημειώνει ότι η Νικομήδεια/Izmit παράγει εφυαλωμένη κεραμική, κούπες και κύπελλα τα οποία οι κάτοικοι εμπορεύονταν ευρέως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία· Dernschwan, H., Tagebuch einer Reise nach Konstantinopel und Kleinasien (München 1923), σελ. 238.

14. Atasoy, N. – Raby, J., Iznik, the Pottery of ottoman Turkey (London 1989), σελ. 22.

15. Βλ. παραπάνω σημ. 1.

16. Συγκεκριμένα, έχει προταθεί μια αραβική προέλευση του όρου· βλ. Talbot-Rice, D., Byzantine Glazed Pottery (Oxford 1930), σελ. 15, ή η διόρθωσή του σε «γαστρίων», διότι η γάστρα δηλώνει τα κεραμικά αντικείμενα [άποψη του Α. Ξυγγόπουλου, για την οποία βλ. Makridy, T. – Megaw, A.H.S. – Mango, C. – Hawkins, E., “The Monastery of Lips (Fenari Isa Camii) at Istanbul. Additional notes by C. Mango and E. Hawkins”, Dumbarton Oaks Papers 18 (1964), σελ. 299-315], ή ακόμα και ο συσχετισμός της με το τουρκικό tencere, που σημαίνει τα πήλινα σκεύη· βλ. Butler, A.J., Islamic Pottery (London, 1926), σελ. 165, σημ. 3.

17. Για συγκεκριμένες θέσεις εύρεσης βλ. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 315, σημ. 4-15.

18. Βλ. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 315, 320, σημ. 16-27.

19. Βλ. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 320-321, σημ. 29-30.

20. Stern, H., "Les mosaϊques de la Grande Mosquée de Cordoue", Madrider Forschunden 11 (Berlin 1976), σελ. 14-15, 53-5, πίν. 62-5.

21. Υλικό το οποίο φυλάσσεται σήμερα σε διάφορα μουσεία, όπως στο μουσείο του Λούβρου και των Σεβρών· βλ. Durand, J. – Vogt, C., “Plaques de céramique décorative byzantine d’époque macédonienne”, στο Revue du Louvre 4 -1992. Études (Paris 1992), σελ. 38-44, καθώς και στην Walters Art Gallery, βλ. Ballardini, G., “Un particolare aspetto della ceramica policroma bizantina” Bolletino d’Arte (1932), σελ. 551-59.

22. Πιστεύεται ότι οι πολύχρωμες πλάκες εισήχθησαν στη βουλγαρική πρωτεύουσα, παρά το γεγονός ότι στην περιοχή της έχουν εντοπισθεί εργαστήρια πολύχρωμης κεραμικής. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 322.

23. Η επένδυση αυτή των τοίχων δεν αποκλείεται να κάλυπτε ιδιαίτερα ευρεία επιφάνεια, γεγονός που υποδηλώνεται από τον υψηλό αριθμό παρόμοιων πλακιδίων που φυλάσσεται στη Walters Art Gallery.  Μία τέτοιας έκτασης επένδυση θα μπορούσε να συγκριθεί με το ρωμαϊκό ή βυζαντινό opus sectile, δηλαδή τις επενδύσεις τοίχων σε απομίμηση μαρμάρου, γυαλιού ή τοιχογραφίας, αλλά και με τις οθωμανικές επενδύσεις των τοίχων με πλακίδια.

24. Durand, J. – Vogt, C., “Plaques de céramique décorative byzantine d’époque macédonienne”, στο Revue du Louvre 4 -1992. Études, σελ. 44 και σημ. 47.

25. Mason, R.B. – Mundell-Mango, M., “Glazed 'Tiles of Nicomedia' in Bithynia, Constantinople, and elsewhere”, στο Mango, C. – Dagron, G. (ed.), Constantinople and Its Hinterland (Cambridge 1995), σελ. 315, σημ. 4 και σελ. 321, σημ. 35.

26. Durand, J. – Vogt, C., “Plaques de céramique décorative byzantine d’époque macédonienne”, στο Revue du Louvre 4 -1992. Études, σελ. 42· Talbot-Rice, D., Byzantine Glazed Pottery (Oxford 1930), σελ. 17-18.

27. Πρόκειται για τους κεράμους της Μονής του Λιβός, που κτίστηκε στα 907, και του Μυρελαίου, που οικοδομήθηκε περί τα 920, καθώς και για το γείσο του θόλου του mihrab στο Al-Hakam ΙΙ της Κόρδοβα, που ολοκληρώθηκε βάσει γραπτών πηγών με τη βοήθεια βυζαντινών τεχνιτών γύρω στο 971.

28. Για τα συγκεκριμένα αγγεία βλ. Megaw, A.H.S., “Zeuxippus Ware”, στο Annual of the British School of Athens 63 (1968), σελ. 67-88. Επίσης, Megaw, A.H.S., “Zeuxippus Ware again”, στο Déroche, V. – Spieser, J.-M. (ed.), Recherches sur la céramique byzantine (Bulletine de Correspondance Héllenique Supplementa XVIII, 1989), σελ. 260-262, εικ. 2.

29. Το μόνο παρόμοιο παράδειγμα εκτός Βιθυνίας είναι ένα αγγείο από τη Χερσόνησο που χρονολογείται στον 13ο-14ο αιώνα· Chichurov, I.S., ,Byzantine Cherson. Catalogue of Exhibition (Moscow 1991), σελ. 226.

30. Παπανικόλα-Μπακιρτζή, Δ., «Εργαστήριο εφυαλωμένης κεραμεικής στη Θεσσαλονίκη, πρώτες παρατηρήσεις», Μακεδονία (Αφιέρωμα Στυλ. Πελεκανίδη) 5 (1983), σελ. 377-388.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>