1. Οικογένεια – Σπουδές
Γιος του Σάββα Τριανταφυλλίδη, ο Περικλής γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1818. Το βαπτιστικό του ήταν Κωνσταντίνος, όμως ο δάσκαλός του στο Φροντιστήριο τον μετονόμασε «προς το ελληνικότερον» σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής. Μετά το θάνατο του Σάββα το 1823 η οικογένεια Τριανταφυλλίδη δοκίμασε μεγάλες στερήσεις, αλλά ο Περικλής κατόρθωσε να λάβει την πρέπουσα εκπαίδευση χάρη στην προστασία του φίλου του πατέρα του και ακολούθου τού τότε Γάλλου προξένου στην Τραπεζούντα Ανδρέα Μάσσωνα. Αφού μαθήτευσε για λίγο στο Φροντιστήριο, ακολούθησε κάποιον ιερομόναχο της μονής Βαζελώνος στην Καισάρεια για να συνεχίσει τις σπουδές του, αλλά επέστρεψε στην Τραπεζούντα ένα χρόνο μετά και μαθήτευσε κοντά στον Αντώνιο Καμπούρογλου, τον οποίο και διαδέχτηκε στη διεύθυνση του Φροντιστηρίου όταν αυτός κλήθηκε στην Κερασούντα το 1842. Διατήρησε τη διεύθυνση μέχρι το 1844. Τον επόμενο χρόνο η κοινότητα Τραπεζούντας τον έστειλε με δικά της έξοδα στην Αθήνα για να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
2. Εκπαιδευτική δράση
Η εκπαιδευτική δράση του Περικλή Τριανταφυλλίδη υπήρξε αρκετά ταραχώδης: την εποχή εκείνη ενδοκοινοτικές συγκρούσεις με αφορμή την εκλογή των συμβούλων της διαχώριζαν τους Τραπεζούντιους σε δύο παρατάξεις1 και επέφεραν, μεταξύ άλλων, δυσλειτουργίες στο Φροντιστήριο λόγω διαμαχών των μελών της εφορίας του. Έτσι, αφού επέστρεψε από την Αθήνα το 1848 έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του, ο Τριανταφυλλίδης δίδαξε για ένα σχολικό έτος στο Φροντιστήριο και το 1850 ανέλαβε πάλι τη διεύθυνσή του. Απολύθηκε όμως τον επόμενο χρόνο, καθώς υπερίσχυσαν οι έφοροι της αντίθετης παράταξης και διόρισαν σχολάρχη τον Σ. Λεφάκη. Αλλά και ο τελευταίος παραιτήθηκε ένα χρόνο μετά, αφού ξέσπασε πόλεμος και εναντίον του. Οι παρακλήσεις πολλών Τραπεζουντίων έφεραν τον προσωρινό επαναδιορισμό του Τριανταφυλλίδη ως δασκάλου, ο οποίος απολύθηκε ξανά το νέο χρόνο, καθώς στην εκλογή του προσωπικού ο Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος προτίμησε τον Δ. Κυριακίδη, πατέρα του γνωστού λογίου Επαμεινώνδα. Μετά τα συμβάντα αυτά, τα πνεύματα οξύνθηκαν μεταξύ των δύο παρατάξεων, καθώς αυτή που υποστήριζε τον Τριανταφυλλίδη επέμενε στο διορισμό του. Ακολούθησε παραίτηση του διευθυντή Ξανθόπουλου, του Κυριακίδη και του εφόρου Δ. Καρβωνίδη. Έτσι, το 1854, αφού η σχολή έμεινε χωρίς δασκάλους και εφόρους και πολλοί γονείς απειλούσαν να πάρουν τα παιδιά τους, επενέβη η Εκκλησία και ανέθεσε με συνοδική πράξη τη διεύθυνση του Φροντιστηρίου στον Ευστάθιο Κλεόβουλο, τον μετέπειτα αρχιερέα Καισαρείας. Επίσης κάλεσε τον Τριανταφυλλίδη, που τότε δίδασκε σε ιδιωτική σχολή2 όπου πήγαιναν τα παιδιά των οπαδών του, σε απολογία στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την απολογία του έφυγε για την Κερασούντα για να αναλάβει διευθυντής της εκεί σχολής (1854-1855 έως 1857-1858). Το 1858 γύρισε στην Τραπεζούντα και δίδαξε υπό τη διεύθυνση του Α. Χουρμουζιάδη. Αφού διετέλεσε για μία ακόμα φορά διευθυντής από το 1859 έως το 1861-1862, έγινε ξανά δάσκαλος το επόμενο σχολικό έτος. Τέλος διηύθυνε και πάλι τη Σχολή της Κερασούντας από το 1863 έως το 1866. Από το 1866 έως το θάνατό του στην Κερασούντα το 1871 (πέθανε από χρόνια ασθένεια) ασχολήθηκε με το εμπόριο.
3. Έργο
Για τον λόγιο Τριανταφυλλίδη ο Επαμεινώνδας Κυριακίδης γράφει: «Αυτός πρώτος εξ όλων των μετά την άλωσιν λογίων εσκέφθη να γράψη περί της ιδίας πατρίδος και να ερευνήση προς τούτο χειρόγραφα και παραδόσεις, συλλέξη δε πληροφορίας περί του βίου των Τραπεζουντίων καθ’ όλον το μακρόν από της αλώσεως διάστημα. […] Μαρτυρούσιν όμως συγχρόνως ταύτα του ανδρός την περί το γράφειν αρετήν […] και τον πατριωτισμόν αυτού τον ακραιφνή».3 Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πόντιος λόγιος εξέδωσε δύο έργα. Το πρώτο από αυτά, με τίτλο Η εν Πόντω Ελληνική Φυλή ήτοι τα Ποντικά (Αθήνα 1866), αποτελεί και το πρώτο δείγμα της συλλογής ζώντων μνημείων στον Πόντο, γεγονός στο οποίο έγκειται μεγάλο μέρος της αξίας του. Περιέχει πληροφορίες γεωγραφικές, οικονομικές, δημογραφικές, εκπαιδευτικές, πολιτικές αλλά και ιστορικές. Το δεύτερο έργο, με τίτλο Οι Φυγάδες, εκδόθηκε ανώνυμα από τον Τριανταφυλλίδη το 1870. Πρόκειται περί έμμετρου δράματος εθνικού περιεχομένου όπου ο συγγραφέας παρεμβάλλει και ερμηνεύει παραδόσεις του Πόντου, καθώς και 13 δημοτικά άσματα. Το βιβλίο περιέχει και προλεγόμενα με ιστορικά και φιλολογικά στοιχεία και, μαζί με το βιβλίο του Σάββα Ιωαννίδη που εκδόθηκε την ίδια χρονιά,4 είναι το πρώτο που δίνει ιδιαίτερο βάρος στα άσματα του Πόντου και τα καθιστά γνωστά στο ευρύτερο φιλολογικό κοινό. Επιπλέον ο Τριανταφυλλίδης υπήρξε συντάκτης φυλλαδίων που εκδόθηκαν στο διάστημα 1851-1854 από την παράταξη του Χατζή Κωνσταντίνου Παρηγόρη, στα οποία περιλαμβάνεται μια «Ιστορική έποψις της εφορείας του Δ. Καρβωνίδου επί των σχολείων της Τραπεζούντος κατά το 1852» και η «Απάντησις εις την πρότασιν του Κ. Ξανθοπούλου περί συστάσεως γυμνασίου». |
1. Η μία παράταξη οργανώθηκε γύρω από τον Δ. Καρβωνίδη, ο οποίος δεν ήθελε να εκλέγονται οι σύμβουλοι της Πολιτικής Κάσσας από όλη την πόλη και ζητούσε να δοθεί μεγάλη εξουσία στους εφόρους. Η άλλη παράταξη (στην οποία ανήκε ο Τριανταφυλλίδης) συγκροτήθηκε γύρω από τον Χατζή Κωνσταντίνο Παρηγόρη, ο οποίος είχε αντίθετη άποψη. Χατζησαββίδης, Σ.Α., Ελληνική εκπαίδευση και πνευματική ζωή στην Τραπεζούντα του Πόντου, 1461-1922 (Θεσσαλονίκη 1993), σελ. 80. 2. Οι αναφορές των πηγών μας ως προς το πέρασμα του Τριανταφυλλίδη από την ιδιωτική σχολή είναι ασαφείς και αλληλοαναιρούμενες. Συγκεκριμένα, ο Δ.Μ. Οικονομίδης αναφέρει απλώς ότι ο Τριανταφυλλίδης δίδασκε σε ιδιωτική σχολή από το 1850-51 έως το 1853-54. Δ.Μ. Οικονομίδης, «Βιογραφικό σημείωμα του Κωνσταντίνου Ξανθόπουλου», Ποντιακά Φύλλα 1:6 (Αύγουστος 1936), σελ. 6-7. Ξέρουμε όμως ότι το 1850-51 ο Τριανταφυλλίδης ήταν διευθυντής του Φροντιστηρίου. Αντίθετα, ο Σ.Α. Χατζησαββίδης υποστηρίζει ότι ο Τριανταφυλλίδης «ίδρυσε το Σεπτέμβριο του 1853 ιδιωτικό σχολείο το οποίο ονομάστηκε “Ιερατικόν σχολείον” γιατί υποστηριζόταν από την εκκλησία και μετονομάστηκε σε “Αχίλλειον” λίγο αργότερα. Αντίθετα με το Φροντιστήριο, το σχολείο αυτό λειτούργησε κανονικά κατά τη σχολική χρονιά 1853-54 και πραγματοποίησε τις δημόσιες εξετάσεις. Αποτέλεσμα ήταν να μη λειτουργήσει το Φροντιστήριο κατά την επόμενη σχολική χρονιά». Χατζησαββίδης, Σ.Α., Ελληνική εκπαίδευση και πνευματική ζωή στην Τραπεζούντα του Πόντου, 1461-1922 (Θεσσαλονίκη 1993), σελ. 82. Η δεύτερη αυτή χρονική περίοδος φαίνεται υπερβολικά μικρή σε σύγκριση με το μέγεθος των γεγονότων που μνημονεύονται. Μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι η ασάφεια που χαρακτηρίζει τις δύο αναφορές μάλλον δεν είναι τυχαία: Κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο οι ενδοκοινοτικές διαμάχες φτάνουν στο αποκορύφωμά τους. Είναι λοιπόν φυσικό να έχει επικρατήσει κάποια σύγχυση ως προς τη χρονολογική συνέχεια των γεγονότων, ιδιαίτερα όταν ο κύριος στόχος των συγγραφέων δεν είναι να αναδείξουν τις αναπόφευκτες σε μια κοινωνία συγκρούσεις, αλλά να τονίσουν τη συνοχή, προτείνοντάς μας εκ των υστέρων ένα εξιδανικευμένο μοντέλο της κοινότητας Τραπεζούντας. 3. Κυριακίδης, Ε.Θ., Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντος και της περί αυτήν Χώρας από της Αλώσεως μέχρις ημών ακμασάντων Λογίων μετά σχεδιάσματος (Αθήναι 1897, επανέκδ. Αθήνα 1985), σελ. 166.
4. Ιωαννίδης, Σ., Ιστορία και Στατιστική της Τραπεζούντος και της περί ταύτην χώρας ως και τα περί της ενταύθα ελληνικής γλώσσης (Κωνσταντινούπολις 1870). |