Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Θεοδώρα Ραούλαινα

Συγγραφή : Κατσιαμπούρα Γιάννα (1/8/2002)

Για παραπομπή: Κατσιαμπούρα Γιάννα, «Θεοδώρα Ραούλαινα», 2002,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4489>

Θεοδώρα Ραούλαινα (22/5/2008 v.1) Theodora Raoulaina (22/5/2008 v.1) 
 

1. Βιογραφικά στοιχεία

Η Θεοδώρα γεννήθηκε περί το 1240 στην επικράτεια της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Ήταν κόρη του Ιωάννη Καντακουζηνού, μεγάλου δομέστικου, και της Ειρήνης Παλαιολογίνας, αδελφής του μετέπειτα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Είχε τρεις αδερφές, την Άννα, τη Μαρία και την Ευγενία. Η οικογένειά της ανήκε στον κύκλο της αυτοκρατορικής αυλής. Η Θεοδώρα πρέπει να εκπαιδεύτηκε στο σπίτι, όπως όλες οι γυναίκες της αριστοκρατίας της εποχής, πιθανότατα με οικοδιδάσκαλο.1

Το 1256 η Θεοδώρα παντρεύτηκε τον Γεώργιο Μουζάλωνα, μεγάλο δομέστικο, μεγάλο στρατοπεδάρχη και πρωτοβεστιάριο, γόνο νεοανερχόμενης οικογένειας, καθ’ υπόδειξη του αυτοκράτορα Θεoδώρου Β΄ Λασκάρεως.2 Ο Μουζάλων, ως αντιπρόσωπος του νεαρού βασιλιά Ιωάννη Δ΄ Λασκάρεως, δολοφονήθηκε το 1258, στη μονή της Σωσάνδρας, από τους ξένους μισθοφόρους του Μιχαήλ Παλαιολόγου.3 Έπειτα από τη δολοφονία του Μουζάλωνα, η Θεοδώρα παντρεύτηκε τον Ιωάννη Ραούλ Κομνηνό Δούκα Άγγελο Πετραλίφα, μέλος αριστοκρατικής οικογένειας, πρωτοβεστιάριο του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Έκτοτε η Θεοδώρα αποκαλείται Καντακουζηνή Παλαιολογίνα Ραούλαινα και της αποδίδεται ο τίτλος της πρωτοβεστιάρισσας. Ενστερνιζόμενη την τάση ματαιοδοξίας που χαρακτηρίζει πολλές φορές τα μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας, η ίδια αυτοαποκαλείται «Θεοδώρα, ανιψιά του αυτοκράτορα των Ρωμαίων, Θεοδώρα των οικογενειών Καντακουζηνών, Αγγέλων, Δουκών, Κομνηνών, Παλαιολόγων, και σύζυγος του Ιωάννη Ραούλ Δούκα Κομνηνού, του πρωτοβεστιαρίου». Από το γάμο αυτόν υπήρξαν δύο κόρες, η Ειρήνη Ραούλαινα, μετέπειτα σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου του Πορφυρογέννητου, και η Άννα.4 Η Θεοδώρα έμεινε για δεύτερη φορά χήρα πριν από το 1274, με το θάνατο του Ιωάννη Ραούλ. Πέθανε το 1300 στην Κωνσταντινούπολη, στη μονή του Αγίου Ανδρέα.

2. Θρησκευτική και πολιτική δραστηριότητα

Ήδη πριν από το θάνατο του δεύτερου άνδρα της η Θεοδώρα φαίνεται να έχει αναπτύξει σχέσεις με εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής και πνευματικής ζωής της Κωνσταντινούπολης, όπως αποδεικνύεται από την παρηγορητική επιστολή που της απηύθυνε ο Μανουήλ Ολόβωλος, αξιωματούχος (ρήτωρ) του Πατριαρχείου.5 Μετά το θάνατο του συζύγου της, ακολουθώντας το παράδειγμα της μητέρας της, που ήταν ήδη μοναχή με το όνομα Ευλογία, εκάρη και η ίδια μοναχή και η δημόσια παρουσία της έγινε εντονότερη.

Η Θεοδώρα ήταν σφοδρή αντίπαλος της πολιτικής του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου για την ένωση των εκκλησιών. Μετά τη Β΄ Σύνοδο της Λυών (1274), μαζί με τη μητέρα της, η οποία ήταν σφόδρα ανθενωτική, στρέφονται κατά του αυτοκράτορα, προσπαθώντας να παρεμποδίσουν την εφαρμογή της πολιτικής του.6 Στην ίδια κίνηση πρωτοστατούν και οι Μανουήλ και Ισαάκιος Ραούλ, αδερφοί του τέως συζύγου της Ιωάννη. Εξαιτίας αυτής της στάσης της, η Θεοδώρα εξορίζεται με τη μητέρα της στο φρούριο του Αγίου Γρηγορίου, στις ακτές του Εύξεινου Πόντου.

Μετά το θάνατο του Μιχαήλ (1282), ο διάδοχός του Ανδρόνικος Β΄ ακολουθεί εντελώς αντίθετη εκκλησιαστική και θρησκευτική πολιτική, οπότε η Θεοδώρα και η μητέρα της επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη. Παρότι φέρεται ως οπαδός του πρώην πατριάρχη Αρσενίου Αυτωρειανού, η στάση της στην έριδα των αρσενιατών ήταν μετριοπαθής και δεν αποδεικνύει στενή σχέση με το αρσενιατικό κίνημα. Πάλι με τη μητέρα της έλαβαν μέρος στη Σύνοδο του Αδραμμυτίου (1284), σε μια αποτυχημένη προσπάθεια κατευνασμού των διαμαχών. Στο μεταξύ είχε αναπτύξει σχέσεις με τον νέο πατριάρχη Γεώργιο Κύπριο (πατριάρχης Γρηγόριος, 1283-1289), του οποίου θεωρείται πνευματικό τέκνο.

Περί το 1284, η Θεοδώρα ανακαίνισε το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα εν Κρίσει7 και το μετέτρεψε σε γυναικεία μονή, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή της. Στη μονή, σε ένα παρεκκλήσιο που ίδρυσε για το σκοπό αυτό, μετέφερε με την άδεια του Ανδρόνικου Β΄ τα λείψανα του Αρσένιου Αυτωρειανού από την Αγία Σοφία. Στην ίδια μονή κατέφυγε και ο Γεώργιος Κύπριος μετά την παραίτησή του από τον πατριαρχικό θρόνο (1289), στο μονύδριο των Αριστηνών.

Η τελευταία δημόσια δραστηριότητα της Θεοδώρας Ραούλαινας σημειώνεται το 1295, όταν με τον αδερφό του πρώην άνδρα της Ισαάκιο Ραούλ στάλθηκαν από τον Ανδρόνικο Β΄ να διαπραγματευθούν με τον Αλέξιο Φιλανθρωπηνό, που είχε στασιάσει στη Μικρά Ασία, έπειτα από τις νικηφόρες εκστρατείες του κατά των Οθωμανών. Δυστυχώς η μεσολάβησή της απέτυχε και ο Φιλανθρωπηνός, αφού η στάση του καταπνίγηκε, υπέστη την τιμωρία της τύφλωσης.

3. Πνευματική δραστηριότητα

Η Θεοδώρα ήταν μια γυναίκα με ιδιαίτερη καλλιέργεια και ευρυμάθεια, γεγονός που την καθιστούσε ξεχωριστή μεταξύ των υπολοίπων της εποχής της. Οι γνώσεις και τα ενδιαφέροντά της δεν περιορίζονταν σε έναν τομέα, αντίθετα επεκτείνονταν και στο κοσμικό (θύραθεν) και στο θρησκευτικό πεδίο: αναδείχθηκε ως αντιγραφέας, κατείχε μια σημαντική βιβλιοθήκη, διατηρούσε σχέσεις με τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γραμμάτων και συνέγραψε και πρωτότυπο έργο.

Πρωτότυπο έργο της Θεοδώρας ήταν ο βίος των αδερφών Θεόδωρου και Θεοφάνους των «Γραπτών»,8 ομολογητών της εκκλησίας, που πήραν μέρος στην Εικονομαχία με την πλευρά των εικονολατρών και τιμωρήθηκαν από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο. Η Θεοδώρα πιθανόν να ασχολήθηκε με τη δική τους ιστορία είτε λόγω της συνωνυμίας της με την αυτοκράτειρα Θεοδώρα, που ακύρωσε την εικονομαχική πολιτική του συζύγου της, είτε επειδή ταύτισε τους αδερφούς Γραπτούς με τους αδερφούς του άνδρα της Μανουήλ και Ισαάκιο Ραούλ, που υπέστησαν διώξεις για θρησκευτικούς λόγους (ως ανθενωτικοί).

Ο βίος φανερώνει την ευρυμάθεια της συγγραφέως του και τη μεγάλη εξοικείωσή της με την κλασική γραμματεία. Στο κείμενο υπάρχουν αναφορές στον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη, τον Ηρόδοτο, τον Πλάτωνα και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα. Επίσης παρατίθενται συχνά αποσπάσματα των Γραφών, κυρίως των έργων των προφητών και της Παλαιάς Διαθήκης, δεν υπάρχουν όμως αναφορές στους Πατέρες της Εκκλησίας. Τέλος, πολλές φορές συναντώνται παροιμιακές εκφράσεις.

Το αντιγραφικό έργο της Θεοδώρας ήταν επίσης αξιόλογο. Αρκετά χειρόγραφα συνδέονται με το όνομά της. Ένα εξ αυτών, ιδιόχειρο, περιέχει τους Λόγους (Orations) του Αίλιου Αριστείδη9 και τώρα βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού (Cod. Vat. gr. 1899).10 Ένα δεύτερο χειρόγραφο που της αποδίδεται είναι ένα αντίγραφο των σχολίων του Σιμπλίκιου στα Φυσικά του Αριστοτέλη.11

Η Θεοδώρα κατείχε μεγάλη προσωπική βιβλιοθήκη, την οποία έφερε μαζί της στη μονή του Αγίου Ανδρέα, όπου και την εμπλούτισε. Ανάμεσα στα έργα που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη της ήταν και ένας τόμος με έργα του Θουκυδίδη,12 καθώς και ένα χειρόγραφο του 12ου αιώνα με τα τέσσερα Ευαγγέλια σχολιασμένα από τον Θεοφύλακτο Οχρίδας,13 το οποίο δώρισε στη μονή της Μεγάλης Λαύρας, στον Άθω, το 1300.14 Φέρεται επίσης να συντηρούσε ως χορηγός ένα εργαστήριο αντιγραφής, από το οποίο βρέθηκαν στην κατοχή της δεκαπέντε κώδικες. Το εργαστήριο αυτό είναι γνωστό ως «εργαστήριο της Παλαιολογίνας».15

Η Θεοδώρα αναγνωριζόταν ως ισότιμη συνομιλήτρια από έναν κύκλο που περιλάμβανε τις σημαντικότερες προσωπικότητες των γραμμάτων της εποχής της, με τους οποίους αντάλλασσε απόψεις και διατηρούσε αλληλογραφία. Δε διασώθηκαν δικές της επιστολές, αν και ο Μάξιμος Πλανούδης αναφέρεται με θαυμασμό στο επιστολογραφικό ύφος της. Ο Πλανούδης, ένας από τους λογίους του στενού της περιβάλλοντος, της αφιέρωσε τρία επιγράμματα, όπου αναφέρεται σε αυτή ως «πάσαις ενί θηλυτέρησι σοφή Θεοδώρα».16 Σώζεται μάλιστα και μία επιστολή του Πλανούδη στη Θεοδώρα, με αντικείμενο συζήτησης ένα αντίγραφο αρμονικής. Ο Γεώργιος Κύπριος της απηύθυνε αρκετές επιστολές, ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο και στη διαμόρφωση της πνευματικής της εξάρτυσης. Ο Κύπριος θεωρούνταν ο πνευματικός της πατέρας και πιθανόν με τη βοήθειά του να απέκτησε τις γνώσεις της επί των κλασικών και να διεύρυνε τα πνευματικά της ενδιαφέροντα. Έτσι μπορεί να απαντηθεί και το ερώτημα πώς μια γυναίκα που δεν παρακολούθησε ανώτερες σπουδές μπόρεσε να σταθεί σε έναν κύκλο διανοουμένων και να παραγάγει πνευματικό έργο. Διασώζονται επίσης δύο επιστολές που της απηύθυνε ο Νικηφόρος Χούμνος, ο οποίος την αποκαλούσε «σοφή».17 Τέλος, ο Γρηγοράς την περιγράφει ως γυναίκα που αγαπούσε εξαιρετικά τη μόρφωση.18

1. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον διδάσκαλό της. Το συμπέρασμα προκύπτει εξ υστέρου, με βάση τη μετέπειτα παρουσία της στο χώρο των γραμμάτων.

2. Ο γάμος αυτός είναι ενδεικτικός της πολιτικής που ακολουθούσε ο Θεόδωρος, της ανάδειξης σε ισχυρές θέσεις, και μέσω επιγαμιών, μελών μη επιφανών αριστοκρατικών οικογενειών. Βλ. Failler, A. (ed.), Georges Pachymérès Relations historiques 1, Corpus Fontium Historiae Byzantinae 24/1-2 (Paris 1984), σελ. 41.

3. Κατά τη διήγηση του Παχυμέρη, η Θεοδώρα ήταν η μόνη γυναίκα που δεν πανικοβλήθηκε και αντιτάχθηκε στους μισθοφόρους, προκαλώντας τη μήνιν του θείου της Μιχαήλ. Βλ. Failler, A. (ed.), Georges Pachymérès Relations historiques 1, CFHB 24/1-2 (Paris 1984), σελ. 63-89.

4. Ο Παπαδόπουλος θεωρεί ότι από τον πρώτο της γάμο με τον Γεώργιο Μουζάλωνα η Θεοδώρα είχε αποκτήσει έναν γιο, τον Θεόδωρο Μουζάλωνα, μεγάλο λογοθέτη του Ανδρόνικου Β΄. Βλ. Papadopulos, A.Th., Versuch einer Genealogie der Palaiologen 1259-1453 (Munich 1938), σελ. 20.

5. Βλ. «Επιστολή του σοφωτάτου ρήτορος παραμυθητική προς την πανευγενεστάτην κυράν Θεοδώραν Παλαιολογίναν την Ραούλαιναν, ότε τον θάνατον υπεδέξατο ο ευγενέστατος αυτής ανήρ, ο πρωτοβεστιάριος», στο Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Α., Ιεροσολυμιτική Βιβλιοθήκη Ι, (Αγία Πετρούπολη 1891-1899), σελ. 345.

6. Για τη στάση της Θεοδώρας και τα προβλήματα που δημιούργησε στον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο όσον αφορά την ένωση των εκκλησιών, βλ. Loenertz, R.-J., “Mémoire d’Ogier, protonotaire, pour Marco et Marchetto nonces de Michel VIII Paléologue auprès du Pape Nicholas III. 1278 printemps-été”, Orientalia Christiana Periodica 31 (1965), σελ. 374-408. Επίσης, Nicol, D.M., “The Greeks and the union of the Churches: The report of Ogerius, protonotarius of Michael VIII Paleologos”, στο Nicol, D.M., Collected Studies I: Byzantium: its ecclesiastical history and relations with the western world (London 1972).

7. Επρόκειτο για ερειπωμένη μονή, αφιερωμένη στον Άγιο Ανδρέα της Κρήτης, η οποία βρισκόταν στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης που ονομαζόταν Κρίση. Βλ. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l’empire byzantin2 I ( Paris 1969), σελ. 28, 31.

8. Βλ. Papadopoulos-Kerameus, A. (ed.), Vita Ss Theophanis et Theodori, στο Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής Σταχυολογίας 4 (Jerusalem 1897), σελ. 185-223, και 5 (Jerusalem 1898), σελ. 397-399 [= Halkin, F., Bibliotheca Hagiographica Graeca 3, αρ. 1793). 

9. Ο Αίλιος Αριστείδης (117 ή 129 έως 189) ήταν ρήτορας που ανήκε στο ρεύμα της β΄ σοφιστικής. Στη συζήτηση αναφορικά με την αξία της φιλοσοφίας και της ρητορικής, πήρε θέση εναντίον του Πλάτωνος, υποστηρίζοντας την προτεραιότητα της ρητορικής. Αυτή του η θέση ίσως τον έκανε δημοφιλή στο Βυζάντιο, οπότε τα έργα του αντιγράφονταν και σχολιάζονταν. Ιδιαίτερα χρησιμοποιήθηκε από τους λογίους της Υστεροβυζαντινής εποχής, μεταξύ άλλων από τον Μάξιμο Πλανούδη, τον Θωμά Μάγιστρο και τον Χορτασμένο.

10. Το χειρόγραφο αυτό φέρει την έμμετρη επιγραφή: «και την Αριστείδου δε τήνδε την βίβλον/ γραφείσαν ίσθι παρά της Θεοδώρας/ καλώς εις άκρον γνησίως εσκεμμένην/ Ρώμης νέας άνακτο(ς) αδελφής τέκος/ Καντακουζηνής εξ ανάκτων Αγγέλων/ Δουκών φυείσης Παλαιολόγων φύτλης/ Ραούλ δάμαρτος Δούκα χαριτωνύμου/ Κομνηνοφυούς πρωτοβεστιαρίου». Βλ. Turyn, A., Codices Graeci Vaticani saeculis XIII et XIV scripti annorumque notis instructi (Vatican City 1964), σελ. 63-65· Λάμπρος, Σπ., «Σύμμικτα», Νέος Ελληνομνήμων 10 (1913), σελ. 347-8· Λάμπρος, Σπ., «Επιγράμματα Μαξίμου Πλανούδη», Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916), σελ. 414-21.

11. Σήμερα ο κώδικας αυτός βρίσκεται στο Ιστορικό Μουσείο της Μόσχας. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Fonkić, B.L., “Zametki o grečeskich rukopisjach Sovietskich chranilišč”, Vizantijskij Vremennik 36 (1974), σελ. 134.

12. Σήμερα ο κώδικας αυτός βρίσκεται στο Μόναχο (Monac. gr. 430).

13. Λόγιος αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας στα τέλη του 11ου αιώνα.

14. Σήμερα ο κώδικας βρίσκεται στο Παρίσι (Coislin. gr. 128).

15. Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει εφτά Ευαγγέλια, τρεις Συνόψεις, τρία Ψαλτήρια, μία Καινή Διαθήκη και έναν Πραξαπόστολο. Βλ. Buchthal, H. – Belting, H., Patronage in Thirteenth-Century Constantinople: An Atelier of Late Byzantine Book Illumination and Calligraphy (Washington D.C. 1978), σελ. 100-121.

16. Λάμπρος, Σπ., «Επιγράμματα Μαξίμου Πλανούδη», Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916), σελ. 414-421.

17. Boissonade, F., Anecdota nova (1844), επανέκδοση Hildesheim 1962, σελ. 91-92.

18. Schopen, L. (ed.), Nicephori Gregorae Byzantina Historia 1, CSHB (Bonn 1829), σελ. 178.

     
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>