Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Κουλ Ομπά

Συγγραφή : Gourova Natalia (12/9/2007)

Για παραπομπή: Gourova Natalia, «Κουλ Ομπά», 2007,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=10747>

Κουλ Ομπά (7/11/2008 v.1) Kul Oba (23/1/2009 v.1) 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

αμφορέας, ο
Aπό τις λέξεις «αμφί» και «φέρω». Αγγείο με μακρόστενο ωοειδές σώμα και λαιμό στενότερο αυτού, που φέρει εκατέρωθεν δύο όμοιες κάθετες λαβές και στηρίζεται σε μικρό πόδι. Παραγόταν σε διάφορα μεγέθη, από τα μικρά δοχεία αρωματικών ελαίων έως τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία για τη μεταφορά ή την αποθήκευση κυρίως υγρών αλλά και στερεών. Υπάρχουν πολλοί τύποι αμφορέων, όπως οι οξυπύθμενοι, οι παναθηναϊκοί, οι αμφορείς με λαιμό, οι νικοσθενικοί, οι αμφορείς SOS, οι τυρρηνικοί, οι τύπου Nola.

γωρυτός, ο
Φαρέτρα. Η λέξη προέρχεται από το «χωρυτός» των αρχαίων πηγών και αυτή από το «χωρείν ρυτά», δηλαδή κυρτά τόξα. Ο πολεμιστής τοποθετούσε εκτός από τα τόξα και τα βέλη του, ώστε να έχει τα χέρια του ελεύθερα.

διάδημα, το
Ταινία από ύφασμα ή μέταλλο η οποία δενόταν στο κεφάλι. Αποτελούσε κόσμημα της κεφαλής, αλλά και θρησκευτικό έμβλημα. Στους λαούς της Ανατολής ήταν και έμβλημα της βασιλικής εξουσίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος παρέλαβε από τους Πέρσες τη χρήση του ως βασιλικού συμβόλου.

έλασμα, το
Λεπτή πλάκα μετάλλου που σχηματίστηκε με σφυρηλάτηση.

κρηπίδα, η / κρηπίδωμα, το
Η βάση αρχαίου οικοδομήματος. Συχνά περιλαμβάνει μία ή περισσότερες βαθμίδες, συνήθως τρεις. Η ανώτερη από αυτές λέγεται στυλοβάτης, γιατί πάνω της στηρίζονται απευθείας οι κίονες.

πόλος, ο
Κυλινδρικό κάλυμμα της κεφαλής.

ρόδακας, ο
Διακοσμητικό στοιχείο κυκλικού σχήματος με μορφή τυποποιημένου άνθους τριαντάφυλλου, με έναν ή δύο ομόκεντρους κύκλους πετάλων.

ρυτό, το
Σπονδικό αγγείο με άνοιγμα στο κάτω μέρος που επέτρεπε την αργή εκροή του υγρού περιεχομένου.

σμάλτο, το
Κονιορτοποιημένο γυαλί ποικίλων χρωμάτων που θερμαίνεται και χρησιμοποιείται ως επίχρισμα για διακοσμητικούς λόγους.

υδρία, η
Από τη λέξη «ύδωρ». Αγγείο με τρεις λαβές, δύο οριζόντιες στο επάνω μέρος του σώματος για τη μεταφορά του και μία κάθετη στο ύψος του ευρέος ώμου για έκχυση. Συνήθως μετέφεραν σε αυτό νερό, αλλά συχνά το χρησιμοποιούσαν και ως τεφροδόχο αγγείο και κάλπη. Ο τύπος της υδρίας που ο λαιμός της δεν ξεχωρίζει με σαφήνεια από το σώμα ονομάζεται κάλπις.

 
 
 
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>