Γεγνέσιος / Τιμόθεος

1. Γέννηση – Οικογένεια

Ο Γεγνέσιος γεννήθηκε κατά το β' ήμισυ του 7ου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε αν γενέτειρά του ήταν η Αρμενία ή η Κίβοσσα της Κολωνείας. Ήταν γιος του Παύλου, ενός Αρμενίου ο οποίος είχε διατελέσει μαθητής των πρώτων διδασκάλων της ομάδας των Παυλικιανών στην Κίβοσσα. Είχε έναν αδελφό ονόματι Θεόδωρο, με τον οποίο αργότερα ήλθε σε σύγκρουση για την ηγεσία της κοινότητας των Παυλικιανών. Κατά πάσα πιθανότητα είχε νυμφευθεί στην Επίσπαριν και από το γάμο του απέκτησε έναν γιο, τον Ζαχαρία. Παράλληλα, υιοθέτησε και ένα νόθο που είχε βρεθεί εγκαταλελειμμένο, τον Ιωσήφ, τον οποίο είχε προσλάβει σε νεαρή ηλικία ως βοσκό.

2. Ανατροφή – Εκπαίδευση

Για την ανατροφή ή την εκπαίδευση του Γεγνεσίου δεν είναι τίποτα γνωστό. Υποθέτουμε ότι μυήθηκε στους Παυλικιανούς από τους διδασκάλους της Κίβοσσας και από τον πατέρα του.

3. Δράση

3.1. Ο Γεγνέσιος διδάσκαλος των Παυλικιανών

Από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Γεγνέσιος βρισκόταν με τον πατέρα του Παύλο και τον αδελφό του Θεόδωρο στην Κίβοσσα της Κολωνείας, όπου υπήρξαν μαθητές του Κωνσταντίνου-Σιλουανού και του Συμεών-Τίτου, των πρώτων διδασκάλων της κοινότητας των Παυλικιανών. Περί το 688 ο Γεγνέσιος, ο οποίος πιθανότατα ήταν ακόμη σε πολύ μικρή ηλικία, εγκατέλειψε μαζί τον πατέρα του και τον αδελφό του την Κίβοσσα για να γλιτώσουν από το διωγμό τον οποίο είχε εξαπολύσει εναντίον των Παυλικιανών ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ (685-695, 705-711). Η οικογένεια του Γεγνεσίου κατέφυγε στην Επίσπαριν, κώμη όπου είχαν γεννηθεί ο Παύλος και ο Ιωάννης, Μανιχαίοι και μυθικοί πρόδρομοι των Παυλικιανών.

Το 718 περίπου1 ο Γεγνέσιος ανακηρύχθηκε από τον πατέρα του τρίτος διδάσκαλος των Παυλικιανών, μετά τον Κωνσταντίνο-Σιλουανό και τον Συμεών-Τίτο (ο Παύλος, αν και ηγήθηκε της κοινότητας των Παυλικιανών από το 688 έως το 718 και συγκέντρωσε στην Επίσπαριν όσους επέζησαν των διώξεων, δεν έλαβε ποτέ τον τίτλο του διδασκάλου). Παράλληλα (κατά τα πρότυπα των πρώτων διδασκάλων των Παυλικιανών, οι οποίοι είχαν πάρει ονόματα που αναφέρονταν στις Πράξεις των Αποστόλων), μετονομάστηκε Τιμόθεος, από το όνομα ενός μαθητή του αποστόλου Παύλου.

Η ανάδειξη του Γεγνεσίου-Τιμοθέου σε διδάσκαλο των Παυλικιανών προκάλεσε ένταση στις σχέσεις του με τον αδελφό του Θεόδωρο, ο οποίος θεωρούσε ότι και αυτός έπρεπε να ονομαστεί διδάσκαλος, καθώς ήταν και αυτός γιος του Παύλου και άρα είχε λάβει και αυτός τη θεία χάρη μέσω του πατέρα τους. Η απάντηση του Γεγνεσίου-Τιμοθέου ήταν ότι ο πατέρας τους είχε μεταδώσει τη θεία χάρη αποκλειστικά στον ίδιο, όχι και στον Θεόδωρο. Η διαμάχη των δύο αδελφών κράτησε έως το θάνατό τους, αλλά δεν φαίνεται να επηρέασε τη συνοχή της κοινότητας των Παυλικιανών.

3.2. Η ανάκριση του Γεγνεσίου στην Κωνσταντινούπολη και η φυγή στη Μανάναλιν

Ο Γεγνέσιος-Τιμόθεος δίδαξε ανενόχλητος στην Επίσπαριν για πολλά χρόνια. Όμως η ανάπτυξη της κοινότητας των Παυλικιανών κατέστη τελικά εμφανής και ο τότε Βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων Γ΄ Ίσαυρος αποφάσισε να καλέσει τον Γεγνέσιο-Τιμόθεο στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να ανακριθεί ως ύποπτος αιρετικής διδασκαλίας. Η κλήση του διδασκάλου των Παυλικιανών σε απολογία πρέπει να έγινε μεταξύ Ιανουαρίου 730 και Ιουνίου 741.

Ο Γεγνέσιος-Τιμόθεος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και αμέσως παραπέμφθηκε σε εκκλησιαστικό δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Αναστάσιος (730-754). Σύμφωνα με την παράδοση, ο Γεγνέσιος-Τιμόθεος απάντησε ικανοποιητικά σε όλες τις ερωτήσεις του δικαστηρίου, αλλά μόνον επειδή διαστρέβλωνε τα νοήματα των απαντήσεών του και έκρυβε τις αιρετικές πεποιθήσεις του. Μετά την απαλλαγή του από το εκκλησιαστικό δικαστήριο, ο Γεγνέσιος-Τιμόθεος ζήτησε και έλαβε από τον αυτοκράτορα έγγραφο με το οποίο του εξασφαλιζόταν άδεια παραμονής στον τόπο του και ασφάλεια από περαιτέρω διώξεις. Παρά ταύτα, σχεδόν αμέσως μετά την επιστροφή του στην Επίσπαριν, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και να καταφύγει μαζί με τους μαθητές του σε αρμενικό έδαφος, συγκεκριμένα στη Μανάναλιν, γενέτειρα του Κωνσταντίνου-Σιλουανού, πρώτου διδασκάλου των Παυλικιανών. Εκεί ο Γεγνέσιος ίδρυσε νέα κοινότητα Παυλικιανών, την οποία ονόμασε «Αχαΐα» και στην οποία δίδαξε έως το θάνατό του.

4. Θάνατος

Ο Γεγνέσιος-Τιμόθεος πέθανε στη Μανάναλιν περί το 748·2 έπεσε θύμα της επιδημίας πανώλης που μάστιζε τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τις γειτονικές περιοχές από το 746. Η διαδοχή του έγινε αιτία διαμάχης ανάμεσα στους δύο απογόνους του, τον γνήσιο γιο Ζαχαρία και τον θετό γιο Ιωσήφ. Σε αντίθεση με την παλαιότερη διαμάχη ανάμεσα στον ίδιο και τον αδελφό του Θεόδωρο, η διάσταση ανάμεσα στους γιους του προκάλεσε σχίσμα στους κόλπους της κοινότητας των Παυλικιανών.

5. Αποτίμηση και κρίσεις

Οι αρνητικές κρίσεις των ορθοδόξων Βυζαντινών για τον Γεγνέσιο-Τιμόθεο επικεντρώθηκαν στον τρόπο με τον οποίο παραπλάνησε τον πατριάρχη κατά τη διάρκεια της εξέτασής του.3 Θεωρήθηκε Μανιχαίος4που προσπάθησε να συγκαλύψει την αιρετική του πίστη με τα λόγια των αποστολικών κειμένων από καιροσκοπισμό και φόβο για τη ζωή του. Κατά τα άλλα, και στην περίπτωση του Γεγνεσίου επαναλαμβάνουν τις ίδιες κατηγορίες για αίρεση και ασέβεια που εκτοξεύουν και εναντίον των υπόλοιπων Παυλικιανών διδασκάλων, σημειώνοντας ότι ο θάνατός του από πανώλη ταίριαζε στον ρυπαρό του βίο. Δεν παραλείπουν, μάλιστα, να κάνουν λογοπαίγνια με το «αποστολικό» του παρωνύμιο Τιμόθεος, μετατρέποντάς το σε Θυμόθεος, «αυτός που προκαλεί θυμό στον Θεό».

Αντιθέτως, οι Παυλικιανοί τιμούσαν τον Γεγνέσιο-Τιμόθεο ως τρίτο διδάσκαλό τους και, όταν συλλαμβάνονταν και καλούνταν να αποκηρύξουν την πίστη τους, αρνούνταν να τον αναθεματίσουν. Ο σεβασμός που έτρεφαν προς το πρόσωπό του φαίνεται και από το γεγονός ότι πήραν το μέρος του στη διαμάχη του με τον αδελφό του Θεόδωρο, ο οποίος ποτέ δεν αναγνωρίσθηκε ως διδάσκαλος από τους Παυλικιανούς.




1. Η Garsoïan, N., The Paulician Heresy. A Study of the Origin and Development of Paulicianism in Armenia and the Eastern Provinces of the Byzantine Empire (The Hague-Paris 1967), σελ. 118, 121, χρονολογεί το γεγονός στο έτος 717.

2. Η Garsoïan, N., The Paulician Heresy. A Study of the Origin and Development of Paulicianism in Armenia and the Eastern Provinces of the Byzantine Empire (The Hague-Paris 1967), σελ. 118, 121, τοποθετεί χρονικά το θάνατο του Γεγνεσίου-Τιμοθέου στο έτος 746.

3. Οι βασικότερες πηγές μας για τον Γεγνέσιο είναι ο Πέτρος ο Σικελιώτης, ο Πέτρος ο Ηγούμενος και ο πατριάρχης Φώτιος. Κατά τους Grégoire, H., Sur l'histoire des Pauliciens, Académie royale de Belgique. Bulletin de la Classe des Lettres et des Sciences morales et politiques 22 (1936), σελ. 224-226, και Loos, M., Deux contributions à l’histoire des Pauliciens I: À propos des sources grecques reflétant des Pauliciens, Byzantinoslavica 17 (1956), σελ. 19-57, ο Πέτρος ο Σικελιώτης ταυτίζεται με τον Πέτρο τον Hγούμενο, συγγραφέα ενός έργου για τους Παυλικιανούς που φέρει μεγάλες ομοιότητες με το σύγγραμμα του Πέτρου του Σικελιώτη. Όπως υποστηρίζει ο Grégoire, το ιστορικό σύγγραμμα του Πέτρου του Hγουμένου για τους Παυλικιανούς συνιστά σύνοψη της ιστορίας των Παυλικιανών του Πέτρου του Σικελιώτη, άποψη που δεν αποδέχεται ο Loos, ο οποίος θεωρεί ότι το ιστορικό σύγγραμμα του Πέτρου του Hγουμένου έχει γραφεί πριν από την Iστορία.

4. Για την ταύτιση των Παυλικιανών με τους Μανιχαίους στη συνείδηση των Βυζαντινών, βλ. Garsoïan, N. «Byzantine Heresy. A reinterpretation» Dumbarton Oaks Studies 25 (1971), σελ. 94-7.