Ιωάννης Παλαιολόγος

1. Βιογραφικά στοιχεία

Ο Ιωάννης ήταν δεύτερος γιος του μεγάλου δομέστικου Ανδρόνικου Παλαιολόγου και της Θεοδώρας Παλαιολογίνας, αδελφός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1261-1282), της Ειρήνης και της Μαρίας. Γεννήθηκε μετά το 1225. Ο Ιωάννης μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ήταν στο πλευρό του Μιχαήλ κατά τη διάρκεια των θυελλωδών γεγονότων που ακολούθησαν το θάνατο του Θεόδωρου Β' Λασκάρεως, όταν το καλοκαίρι του 1258 οι αδελφοί Μουζάλωνες δολοφονήθηκαν και ο Μιχαήλ προβλήθηκε από την αριστοκρατία ως ο καταλληλότερος για να αναλάβει επίτροπος του ανήλικου αυτοκράτορα Ιωάννη Δ' Λασκάρεως. Οι νεότεροι αδελφοί Παλαιολόγοι, χωρίς ακόμη να τους έχει απονεμηθεί κάποιος υψηλός τίτλος, προσχώρησαν, κατ’ επιθυμίαν του Μιχαήλ, στην ομάδα των αριστοκρατών γύρω από τον νεαρό αυτοκράτορα Ιωάννη Δ΄, και μάλιστα ο Ιωάννης φαίνεται ότι τέθηκε επικεφαλής της φρουράς που περιέβαλλε τον αδελφό του. Σύντομα ο Μιχαήλ Παλαιολόγος κατόρθωσε να αναλάβει την εξουσία στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, και απένειμε στον αδελφό του Ιωάννη τον τίτλο του μεγάλου δομέστικου (το 1258) «του βασιλέως διδόντος δήθεν».1

Όταν στις αρχές του 1259 ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος στέφθηκε αυτοκράτορας, τίμησε με υψηλούς τίτλους ορισμένους συγγενείς του και τους στενότερους συνεργάτες του. Ο Ιωάννης Παλαιολόγος έλαβε τον τίτλο του σεβαστοκράτορα. Επίσης, επιθυμώντας να ενισχύσει τη θέση του με σχέσεις επιγαμίας, το 1259 ο νέος αυτοκράτορας νύμφευσε τον αδελφό του Ιωάννη με μία από τις κόρες του στρατηγού Κωνσταντίνου Τορνίκιου ή Τορνίκη, όπως συνήθως αναφέρεται. Δε γνωρίζουμε αν ο Ιωάννης απέκτησε παιδιά από το γάμο αυτό.

2. Τα χρόνια των επιτυχιών

Την ίδια χρονιά, το 1259, ο σεβαστοκράτορας Ιωάννης Παλαιολόγος ηγήθηκε των στρατευμάτων της Νίκαιας, τα οποία, αφού κατέλαβαν πολλές πόλεις, στη συνέχεια, στη μάχη της Πελαγονίας, νίκησαν τον πολυάριθμο αλλά ετερογενή στρατό του πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμου Β΄ Βιλλεαρδουίνου, του βασιλιά της Σικελίας Μαμφρέδου και του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Αγγέλου.2 Μετά τη νίκη αυτή ο Ιωάννης Παλαιολόγος πέρασε από τη Θεσσαλία οχυρώνοντας τις εκεί πόλεις και κάστρα, και στο τέλος του καλοκαιριού στρατοπέδευσε στην πόλη των Νέων Πατρών (Yπάτη). Το γεγονός αυτό μαρτυρείται στο μοναδικό σεβαστοκρατορικό έγγραφο που εξέδωσε ο Ιωάννης, τον Σεπτέμβριο του 1259, υπέρ της μονής της Μακρινιτίσσης.3

Στη συνέχεια ο Ιωάννης αναχώρησε για την Κεντρική Ελλάδα, έχοντας μαζί του το στράτευμα του νόθου γιου του Μιχαήλ Β΄, του Ιωάννη Α΄ Δούκα, ο οποίος στη μάχη της Πελαγονίας είχε αυτομολήσει και προσχωρήσει στο στρατό της Νίκαιας. Με τον ίδιο τον Μιχαήλ Β΄ να έχει καταφύγει στα Ιόνια νησιά, ο Ιωάννης Παλαιολόγος κατέλαβε χωρίς δυσκολία όλες τις περιοχές νοτίως της Θεσσαλίας που ανήκαν στο Δεσποτάτο της Hπείρου. Μετά το πέρασμά του από τη Λιβαδειά και τη λεηλασία της Θήβας, όμως, ο Ιωάννης Α΄ Δούκας τον εγκατέλειψε και επέστρεψε στον πατέρα του, αλλάζοντας καθοριστικά το συσχετισμό των δυνάμεων, με αποτέλεσμα οι κατακτήσεις του σεβαστοκράτορα Ιωάννη να μείνουν βραχύβιες αντί να εδραιώσουν την εξουσία της Νίκαιας στην περιοχή. Σε αυτό συνέβαλε οπωσδήποτε και η βιαστική αναχώρησή του για τη Λάμψακο, όπου συναντήθηκε με τον αδελφό του Μιχαήλ Η΄.

Τις επιτυχίες του αυτές τις ακολούθησαν νέες αναγνωρίσεις και τιμές. Το 1259 ο Ιωάννης Παλαιολόγος έλαβε τον τίτλο του δεσπότη, που ερχόταν αμέσως μετά από εκείνον του αυτοκράτορα στην ιεραρχία. Ο Γεώργιος Παχυμέρης έγραψε ότι ο Ιωάννης Παλαιολόγος ήταν ένας πραγματικός πολεμιστής, για τον οποίο ο πόλεμος είναι μια απόλαυση, ότι «τα έργα του τον έκαναν μεγάλο» και ότι «για τις αγαθοεργίες που έκανε ήταν πιο γνωστός και από τους αυτοκράτορες».4 Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι απεχθανόταν τον πλούτο και τονίζει την ιδιαίτερη σχέση που είχε με τους στρατιώτες, απέναντι στους οποίους δε συμπεριφερόταν σαν ανώτερός τους αλλά σαν αδελφός,5 γεγονός για το οποίο απέκτησε μεγάλο κύρος στο στρατό.

Στο μεταξύ στην Ήπειρο οι Βυζαντινοί με στρατηγό τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο δεν είχαν επιτυχίες ούτε το 1260 ούτε το 1262, που επαναλήφθηκε ο πόλεμος. Τελικά ο δεσπότης πλέον Ιωάννης Παλαιολόγος επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου κέρδισε το καλοκαίρι του 1263 μια σημαντική μάχη, υποχρεώνοντας τον Μιχαήλ Β΄ Δούκα να συνθηκολογήσει, να δεχτεί την επικυριαρχία του αυτοκράτορα και να παντρέψει τον νόμιμο γιο του Νικηφόρο Α΄ με μιαν ανιψιά του Μιχαήλ Η΄.6

Λόγω των προβλημάτων στο ανατολικό μέτωπο, το 1263, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη στη Μικρά Ασία, όπου έπρεπε να πολεμήσει εναντίον των όλο και πιο επικίνδυνων Τουρκομάνων. Στις συγκρούσεις αυτές ο Ιωάννης Παλαιολόγος σημείωσε κάποιες επιτυχίες και διασφάλισε την περιοχή του Μαιάνδρου, των Τράλλεων και του Καΰστρου. Σύμφωνα με τον Παχυμέρη, ο δεσπότης διεξήγαγε τον πόλεμο αυτό με μεγάλη ευκινησία και ικανότητα, με αποτέλεσμα να θεωρείται εξαιρετικά γενναίος και να προκαλεί το φόβο όχι μόνο με την παρουσία του αλλά και μόνο με την αναφορά του ονόματός του.7 Ο Ιωάννης Παλαιολόγος παρέμεινε στη Μικρά Ασία μέχρι το 1267.

3. Το τέλος της σταδιοδρομίας

Ο δεσπότης Ιωάννης Παλαιολόγος εξέδωσε ορισμένα έγγραφα τα οποία αφορούσαν τα μετόχια της πατριαρχικής μονής της Μακρινιτίσσης (1267, 1268, 1270).8 Τα έγγραφα αυτά μας φανερώνουν το ρόλο του στην ανατολική Θεσσαλία. Έχουν διαφυλαχθεί έγγραφα τα οποία μαρτυρούν ότι ευεργετούσε και άλλες μοναστικές κοινότητες.9 Στη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη προσέφερε δωρεές στην αγιορείτικη μονή της Μεγάλης Λαύρας του αγίου Αθανασίου, αλλά και στις μονές Χιλανδαρίου και Ξηροποτάμου.10 Γενικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι έδειχνε μεγάλη ευμένεια προς το μοναχισμό, καθώς, σύμφωνα με τον Παχυμέρη, και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ανατολή φρόντιζε για πολλά γνωστά μοναστήρια, μάλιστα στη Λαύρα των Κελλιβάρων του όρους Λάτρους παραχώρησε το μετόχι της Θεοτόκου, που ονομαζόταν επίσης προς τιμήν του «του Δεσπότου».11

Φαίνεται ότι ο Ιωάννης δεν ανέλαβε ποτέ συγκεκριμένη διοικητική θέση στη Θεσσαλία, αλλά ενεργούσε μάλλον ως αδελφός του αυτοκράτορα και ως δεσπότης. Ωστόσο, είχε λάβει ως πρόνοια μεγάλα κτήματα τόσο σε χερσαίες περιοχές (στην κοιλάδα του Στρυμόνα) όσο και σε κάποια νησιά (δύο ολόκληρα νησιά, τη Pόδο και τη Λέσβο).12

Η σταδιοδρομία του δεσπότη Ιωάννη Παλαιολόγου τερματίσθηκε αιφνιδιαστικά λίγο καιρό μετά την ήττα στον πόλεμο εναντίον του σεβαστοκράτορα πλέον (μετά το θάνατο του πατέρα του) Ιωάννη Α΄ Δούκα κοντά στην πόλη των Νέων Πατρών το 1273.13 Σύμφωνα με στοιχεία που βρίσκουμε στους Βυζαντινούς συγγραφείς, ο Ιωάννης παραιτήθηκε εκουσίως από το αξίωμα του δεσπότη.14 Εντούτοις, οι σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ του αφαίρεσε τον τίτλο.15 Εικάζεται ότι ο Ιωάννης Παλαιολόγος πέθανε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά τα γεγονότα αυτά (το 1273/1274).




1. Georges Pachymérès relations historiques, Ι, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 113.

2. Μια από τις τελευταίες εργασίες για τη μάχη της Πελαγονίας έγραψε ο Adžievski, K., Pelagonija vo sredniot vek (Skopje 1994), σελ. 154-160, όπου παρατίθενται επίσης όλες οι πηγές και η βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα.

3. Miklosich, F. – Müller, I. (επιμ.) Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana, IV (Vindobonae 1871), αρ. 19, σελ. 384-385.

4. Georges Pachymérès relations historiques, Ι, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 285, και ΙΙ (Paris 1984), σελ. 415-417.

5. Georges Pachymérès relations historiques, I, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 285-287.

6. Ostrogorsky, G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους Γ' (Αθήνα 1993), σελ. 137.

7. Georges Pachymérès relations historiques, I, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 285-287.

8. Miklosich, F. – Müller, I. (επιμ.) Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana, IV (Vindobonae 1871), αρ. 6, σελ. 342-344· αρ. 20, σελ. 385-386· αρ. 21, σελ. 386-387· αρ. 22, σελ. 387-388· αρ. 23, σελ. 388-389 και αρ. 24, σελ. 389.

9. Για αυτό το θέμα αυτό έγραψε λεπτομερώς η Živojinović, M., “O Jovanu Paleologu, bratu Mihaila VIII”, Zbornik Filozofskog fakulteta u Beogradu XIV.1 (1979), σελ. 103-122.

10. Για τις δωρεές αυτές μαθαίνουμε από το χρυσόβουλο του Απριλίου του 1263 του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου προς την ίδια μονή, πρβ. Lemerle, P. et al. (επιμ.), Actes de Lavra II de 1204 à 1328 (Paris 1977), αρ. 72, σελ. 14.

11. Janin, R., Les églises et les monastères des grands centres byzantins (Bithynie, Hellespont, Latros, Galèsios, Trébizonde, Athènes, Thessalonique) (Paris 1975), σελ. 231. Πρβ. Georges Pachymérès relations historiques, I, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 289.

12. Georges Pachymérès relations historiques, II, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 417. Πρβ. Ostrogorsky, G., Pour  l’histoire de la féodalité byzantine (Bruxelles 1954), σελ. 100, 109.

13. Για τη χρονολόγηση, βλ. Failler, A., “Chronologie et composition dans l’Histoire de Georges Pachymérès”, Revue des études byzantines 39 (1981), σελ. 192, 202.

14. Georges Pachymérès relations historiques, II, επιμ. A. Failler (Paris 1984), σελ. 433· πρβ. Nicephori Gregorae Byzantina Historia, Ι, επιμ. Bekker, I. – L. Schopen (Bonnae 1829), σελ. 120.

15. Ferjančić, B, Despoti u Vizantiji i južnoslovenskim zemljama (Beograd 1960), σελ. 39.