Μάχη Μαντζικέρτ, 1071

1. Γενικό πλαίσιο

Κατά το β΄ μισό του 11ου αιώνα η άμυνα των ακριτικών περιοχών στο ανατολικό σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είχε πλέον αρχίσει να καταρρέει. Οι αιτίες που οδήγησαν σε αυτή τη δυσμενή εξέλιξη ήταν η αδιαφορία της κεντρικής εξουσίας για την τύχη των ανατολικών επαρχιών και οι συνεχείς εξεγέρσεις στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, που εξασθένιζαν ακόμη περισσότερο τον παρακμάζοντα διοικητικό και αμυντικό μηχανισμό του Βυζαντίου. Οι εσωτερικές εντάσεις προκαλούνταν από δυσαρεστημένους εκπροσώπους της στρατιωτικής αριστοκρατίας, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντιδράσουν στον παραγκωνισμό τους από την πολιτική αριστοκρατία της Βασιλεύουσας.

Τη δυσμενή κατάσταση στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας ήρθαν να επιβαρύνουν και οι μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν στο ανατολικό σύνορο οι Σελτζούκοι. Ο νέος αυτός εχθρός μέσα σε εκπληκτικά σύντομο χρονικό διάστημα κατέλυσε την αραβική κυριαρχία στην Περσία, καταλαμβάνοντας ακόμα και την ίδια τη Βαγδάτη, έδρα του χαλίφη. Με αυτό τον τρόπο οι Σελτζούκοι ανέλαβαν ουσιαστικά την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του μουσουλμανικού κόσμου.1 Αμέσως μετά ξεκίνησαν τις επιθέσεις εναντίον των ανατολικών επαρχιών του Βυζαντίου και σύντομα, παρόλο που η αυτοκρατορία κατόρθωσε (αν και με πολλές δυσκολίες) να διατηρήσει την ακεραιότητα των συνόρων της, έγινε εμφανές ότι τα προβλήματα είχε πλέον διαβρώσει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Η αδυναμία αυτή ήταν αποτέλεσμα της κακοδιοίκησης των τελευταίων δεκαετιών και φάνηκε ότι ήταν πλέον μη αναστρέψιμη. Έτσι, με επανειλημμένες επιθέσεις οι Σελτζούκοι κατέστρεψαν την Ιβηρία, λεηλάτησαν τις περιοχές της Μεσοποταμίας, Χαλδίας, Μελιτηνής, Κολωνείας, Βαασπαρακανίας και Αρμενιάκων. Μάλιστα, το 1064 καταλήφθηκε οριστικά το Άνιο της Αρμενίας, γεγονός που συγκλόνισε τους κατοίκους της αυτοκρατορίας.2

Μετά την πτώση του Ανίου, η βυζαντινή κυριαρχία στο ανατολικό σύνορο έγινε ακόμη πιο επισφαλής. Κατά το 1067 οι Σελτζούκοι πέτυχαν να διεισδύσουν δυτικότερα, λεηλατώντας τη μεγάλη πόλη της Καππαδοκίας, την Καισάρεια. Το νέο αυτό πλήγμα ήταν αποτέλεσμα της αποτυχίας της φρουράς της Μελιτηνής να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς που είχαν διασχίσει τον Ευφράτη. Η βυζαντινή κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προβλέψει μια τόσο μεγάλη εχθρική εξάπλωση.

Αυτή ήταν η κατάσταση του κράτους το Μάιο του 1067, όταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας πέθανε ύστερα από ασθένεια αρκετών μηνών, αφήνοντας στο πηδάλιο της αυτοκρατορίας την αυγούστα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα και τα τρία ανήλικα τέκνα του.

Η πτώση της Καισάρειας ήταν μια προειδοποίηση του πόσο εύκολα μπορούσαν οι Σελτζούκοι να διεισδύουν στις ακριτικές περιοχές και να λεηλατήσουν τα εδάφη της ανατολικής Μικράς Ασίας, καθώς το αμυντικό σύστημα που είχε δημιουργηθεί παλαιότερα για την αντιμετώπιση των αραβικών εισβολών αποδείχθηκε ελλιπές. Δεν ήταν παράξενο, λοιπόν, που ήταν γενική η απαίτηση να τεθεί επικεφαλής της αυτοκρατορίας ένας στρατιωτικός. Η επιλογή βρισκόταν στα χέρια της αυτοκράτειρας Ευδοκίας, στην οποία ο ετοιμοθάνατος σύζυγός της είχε αναθέσει την αντιβασιλεία στο όνομα των νεαρών γιων τους. Η αυγούστα γρήγορα ενέδωσε στις απαιτήσεις που ήθελαν το αυτοκρατορικό αξίωμα συνδυασμένο με το όνομα ενός άνδρα ικανού να αποκαταστήσει τις στρατιωτικές τύχες του κράτους.3

2. Ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης και οι εκστρατείες εναντίον των Σελτζούκων

Η επιλογή της αυτοκράτειρας ήταν ο κατεπάνω-Ρωμανός Διογένης, ο οποίος είχε μια σχετικά διακεκριμένη στρατιωτική σταδιοδρομία στα Βαλκάνια και ήταν γιος του στρατηγού-Κωνσταντίνου Διογένη από την Καππαδοκία, που είχε διακριθεί επί Βασιλείου Β΄ (976-1025) και Κωνσταντίνου Η΄ (1025-1028). Ο Ρωμανός νυμφεύθηκε την Ευδοκία, στέφθηκε αυτοκράτορας τον Ιανουάριο του 1068 και αμέσως καταπιάστηκε με την ανατροπή της πολιτικής των προκατόχων του.

Ο νέος αυτοκράτορας προσπάθησε να αποκαταστήσει την κατάσταση στη Μικρά Ασία διά των όπλων, όμως σύντομα κατάλαβε ότι, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, έπρεπε να ανασυγκροτηθεί ο στρατός και να τεθεί ο κρατικός μηχανισμός σε πολεμική ετοιμότητα, εγχείρημα ωστόσο το οποίο ήταν δύσκολο να πετύχει, λόγω της αντίδρασης των μελών της δυναστείας των Δουκών και του Μιχαήλ Ψελλού, των οποίων οι σκευωρίες υπέσκαπταν τις προσπάθειες του Ρωμανού Δ΄.4 Ο Διογένης διέπραξε ένα βασικό σφάλμα: διατήρησε στην αυλή τον Ψελλό, τον καίσαρα-Ιωάννη Δούκα και τους οπαδούς τους, οι οποίοι αντιστρατεύονταν την πολιτική του, είτε κρυφά είτε με φανερό τρόπο, με αποτέλεσμα οι κινήσεις του αυτοκράτορα να μην αποδίδουν τα αναμενόμενα.

Συνειδητοποιώντας ότι τα υπάρχοντα βυζαντινά στρατεύματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναλάβουν πρωτοβουλία εναντίον των Σελτζούκων, καθώς αποτελούνταν κυρίως από ολιγάριθμους ξένους μισθοφόρους, ο Ρωμανός ήλπιζε να αντλήσει νέες δυνάμεις με την αναδιοργάνωση του στρατού των θεμάτων, ο οποίος είχε αποδιοργανωθεί την προηγούμενη εικοσαετία. Όμως το θέαμα που αντίκρισε κατά την προετοιμασία της εκστρατείας του 1068 ήταν αποκαρδιωτικό. Οι επίστρατοι του θεματικού στρατού ήταν φτωχά οπλισμένοι, απείθαρχοι και ανεκπαίδευτοι, ανίκανοι για μια σοβαρή προσπάθεια για την επανάκτηση των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας.5 Επίσης, ο βυζαντινός στρατός δεν είχε την απαιτούμενη ευκινησία για να αντιμετωπίσει τους ευέλικτους Σελτζούκους, ενώ ο αυτοκράτορας, αν και με στρατιωτική εμπειρία, εντούτοις δεν είχε τις απαραίτητες επιτελικές γνώσεις για τη σύλληψη του κατάλληλου σχεδίου και την οργάνωση επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας σε δύσβατα εδάφη.

Μολαταύτα, ο Ρωμανός δεν φάνηκε να πτοείται. Τον Μάρτιο του 1068, λίγους μήνες μετά την ενθρόνισή του, ξεκίνησε τις επιχειρήσεις εναντίον των Σελτζούκων. Η πρώτη εκστρατεία είχε στόχο να διώξει τους επιδρομείς από την κεντρική Μικρά Ασία, ενώ τον Οκτώβριο ο αυτοκράτορας μετακινήθηκε προς τη Συρία, όπου ελευθέρωσε την Ιεράπολη. Από εκεί ο Ρωμανός εισέδυσε στην Κιλικία και την Καππαδοκία, για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1069. Οι Σελτζούκοι επωφελήθηκαν από τη συγκέντρωση των βυζαντινών δυνάμεων στη Συρία για να επιδράμουν μέχρι την περιοχή του Αμορίου, την οποία και λεηλάτησαν. Την άνοιξη του 1069 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας πραγματοποίησε νέα εκστρατεία, η οποία καθυστέρησε εξαιτίας ανταρσίας των Φράγκων μισθοφόρων. Ο Ρωμανός Διογένης προέβη σε επιτυχείς εκκαθαριστικές επιχειρήσεις γύρω από τις πόλεις Κελτζηνή, Κολώνεια (σημ. Şebin Karahisar, Τουρκία), Σεβάστεια, Τύανα και έως την Κιλικία. Ως ορμητήριό τους τα βυζαντινά στρατεύματα χρησιμοποίησαν την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Το απώτερο σχέδιο του αυτοκράτορα ήταν να ανακαταλάβει το Χλίατ (σημ. Ahlat, Τουρκία), πόλη στρατηγικής σημασίας βόρεια της λίμνης Βαν.6 Ενώ ο αυτοκράτορας βρισκόταν στη βορειοανατολική Μικρά Ασία, οι Σελτζούκοι κατέστρεψαν το Ικόνιο. Για ακόμη μία φορά τα αυτοκρατορικά στρατεύματα δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν συντριπτική νίκη εναντίον των Σελτζούκων ή να εμποδίσουν τη διείσδυση των νομάδων στα μετόπισθέν τους.

Κουρασμένος και ψυχικά καταβεβλημένος από τον συνεχή και αναποτελεσματικό αγώνα εναντίον των Σελτζούκων, ο Ρωμανός αποφάσισε να μην εκστρατεύσει ο ίδιος το 1070, αλλά να αναθέσει την άμυνα της Μικράς Ασίας στον Μανουήλ Κομνηνό, ανιψιό του πρώην αυτοκράτορα Ισαακίου Α΄. Ο Μανουήλ, αν και νεαρός στην ηλικία, αποδείχθηκε ικανός στρατηγός. Αναδιοργάνωσε το στρατό του, αποκατέστησε την πειθαρχία και κατάφερε σημαντικά πλήγματα στον εχθρό.7 Ωστόσο, οι επιτυχίες και η δημοτικότητα του Μανουήλ ανησύχησαν τον αυτοκράτορα, που διέταξε το στρατηγό του να μοιράσει το στράτευμα και να αποστείλει το μεγαλύτερο μέρος του στην Ιεράπολη, η οποία βρισκόταν και πάλι σε κίνδυνο.8 Η ενέργεια αυτή αποδείχθηκε μεγάλο σφάλμα στρατηγικής, διότι, ενώ μέρος του στρατού βάδιζε προς την Ιεράπολη, ο Μανουήλ με το υπόλοιπο στράτευμα προσπάθησε να αναχαιτίσει τους Σελτζούκους κοντά στη Σεβάστεια, αλλά ηττήθηκε και συνελήφθη αιχμάλωτος. Η ήττα αυτή είχε αποτέλεσμα οι Σελτζούκοι να ενθαρρυνθούν και να επιδράμουν μέχρι τις Χώνες, λεηλατώντας και τον περίφημο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Τα γεγονότα αυτά ανάγκασαν το Ρωμανό να αποφασίσει τη διενέργεια νέας εκστρατείας εναντίον των Σελτζούκων για το επόμενο έτος. Της επιχείρησης θα ηγούνταν ο ίδιος προσωπικά και στόχος θα ήταν και πάλι η ανακατάληψη της πόλης του Χλίατ, η οποία βρισκόταν πάνω στους κυριότερους άξονες εισβολής που περνούσαν από την Αρμενία. Η αφορμή που δόθηκε ήταν η κατάληψη του βυζαντινού φρουρίου Μαντζικέρτ (σημ. Malazgirt, Τουρκία) από τους Σελτζούκους προς το τέλος του 1070. Οι σύμβουλοι του Ρωμανού υποστήριζαν ότι εάν το Χλίατ και τα γύρω οχυρά (συμπεριλαμβανομένου και του Μαντζικέρτ) ανακαταλαμβάνονταν και δέχονταν φρουρά το ταχύτερο δυνατόν, οι σελτζουκικές επιδρομές στη Μικρά Ασία θα εξουδετερώνονταν πριν ακόμη ξεκινήσουν.

3. Η μάχη του Μαντζικέρτ

3.1. Προετοιμασία

Στα τέλη του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης του 1071 τα βυζαντινά στρατεύματα της Δύσης και διάφορες μονάδες μισθοφόρων συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να διαπεραιωθούν στη Μικρά Ασία, όπου θα ενώνονταν με τις εκεί βυζαντινές δυνάμεις προκειμένου να λάβουν μέρος στη σχεδιαζόμενη στρατιωτική επιχείρηση του αυτοκράτορα εναντίον των Σελτζούκων. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος, αλλά είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος του αποτελούνταν από βυζαντινά στρατεύματα, αν και υπήρχαν πολυάριθμα τμήματα επανδρωμένα με ξένους μισθοφόρους ή συμμάχους: Πετσενέγους, Κουμάνους, Ούζους, Φράγκους, Βαράγγους και Αρμενίους.9 Παράλληλα, Βυζαντινοί πρέσβεις στάλθηκαν στον Σελτζούκο σουλτάνο Αλπ Αρσλάν, ο οποίος τότε πολιορκούσε την Έδεσσα της Μεσοποταμίας, με σκοπό να ζητήσουν την ανανέωση παλαιότερης συμφωνίας με τους Σελτζούκους σχετικά με τον περιορισμό των επιδρομών στα βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας.

Αναπόφευκτα τίθεται το ερώτημα γιατί η τόση σπουδή του Ρωμανού να εκστρατεύσει επικεφαλής του πολυαριθμότερου εκστρατευτικού σώματος που είχαν συγκεντρώσει οι Βυζαντινοί τα τελευταία χρόνια, όταν οι Σελτζούκοι βρίσκονταν ακόμη πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας και περιορίζονταν σε αιφνιδιαστικές επιδρομές και λεηλασίες. Η πιθανότερη απάντηση είναι ότι ο αυτοκράτορας έτρεφε την ελπίδα ότι ενδεχόμενη στρατιωτική επιτυχία θα είχε ευνοϊκό αντίκτυπο στην εδραίωση της προσωπικής του εξουσίας.10 Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Ρωμανός είχε επιλεγεί για το θρόνο έχοντας αποστολή να αντιμετωπίσει τις εισβολές και οι υποσχέσεις του για στρατιωτική λύση κινδύνευαν να αποδειχθούν ψευδείς. Η αντιπολίτευση προς το πρόσωπό του, με επίκεντρο τον Ιωάννη Δούκα, είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος και αν ο αυτοκράτορας ήθελε να διατηρηθεί στην εξουσία, χρειαζόταν οπωσδήποτε μία ξεκάθαρη στρατιωτική επιτυχία.11

Έτσι, στις 13 Μαρτίου 1071 (Κυριακή της Ορθοδοξίας) ο Ρωμανός αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη με κατεύθυνση τις αρμενικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Αν και σαφώς καλύτερα προετοιμασμένη από τις προηγούμενες, η εκστρατεία αυτή φάνηκε από την αρχή ότι δεν ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς.12 Ο αυτοκράτορας υιοθέτησε ξανά τη στρατηγική την οποία είχε εφαρμόσει το 1069, θέτοντας στόχο την εξασφάλιση του ελέγχου του Μαντζικέρτ στη λίμνη Βαν. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις βάδισαν μέσω της Βιθυνίας και της Φρυγίας, διέσχισαν τον ποταμό Άλυ και στρατοπέδευσαν στην περιοχή Κρύα Πηγή της Καππαδοκίας, όπου ο Ρωμανός κατέστειλε μια ανταρσία των Γερμανών μισθοφόρων του. Κατόπιν προχώρησε στη Σεβάστεια. Σε αντίθεση με το 1069, αυτή τη φορά δεν σχεδίαζε να προσεγγίσει τις αρμενικές επαρχίες από την πλευρά της Μελιτηνής, αλλά από τη Θεοδοσιούπολη (σημ. Erzurum), καθώς η οδός αυτή ήταν συντομότερη και πρόσφερε περισσότερα εφόδια για ένα πολυάριθμο στράτευμα.

3.2. Η σύγκρουση και η ήττα

Ο Ρωμανός έφθασε στη Θεοδοσιούπολη τον Ιούλιο του 1071 και προχώρησε στον ανεφοδιασμό του στρατού του. Αγνοώντας την προσέγγιση του Αλπ Αρσλάν (ο σουλτάνος είχε εγκαταλείψει την πολιορκία του Χαλεπίου και τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία εναντίον των Φατιμιδών της Αιγύπτου και βάδιζε, αν και με λίγες δυνάμεις, προς βορρά), ο αυτοκράτορας διέπραξε το σφάλμα να διασπάσει τις δυνάμεις του, στέλνοντας ορισμένες μονάδες κατά του Χλίατ, με επικεφαλής το μάγιστρο Ιωσήφ, μέλος της οικογενείας των Ταρχανειωτών, και τον Φράγκο μισθοφόρο Ρουσέλιο (Roussel ή Ursel de Bailleul),13 ενώ ο ίδιος με το υπόλοιπο στράτευμα προχώρησε στην άλωση του Μαντζικέρτ, αντικειμενικού σκοπού της εκστρατείας. Στη συνέχεια, το κύριο σώμα του στρατεύματος στρατοπέδευσε στην πεδιάδα έξω από το φρούριο. Τότε ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε ότι πλησιάζει σελτζουκικό στράτευμα και αμέσως ειδοποίησε τον Ιωσήφ Ταρχανειώτη και τον Ρουσέλιο να σπεύσουν να επιστρέψουν στο αυτοκρατορικό στρατόπεδο. Όμως ο Ταρχανειώτης, μαθαίνοντας την άφιξη του σουλτάνου στο χώρο των επιχειρήσεων και όντας υποστηρικτής της παράταξης των Δουκών, παρέβη τη βασιλική διαταγή και απέσυρε τις δυνάμεις του στα αυτοκρατορικά εδάφη διαμέσου της Μεσοποταμίας.14

Καθώς ο Αύγουστος πλησίαζε στο τέλος του, η κατάσταση στο βυζαντινό στρατόπεδο επιδεινωνόταν, εξαιτίας των επιδρομών των ατάκτων Σελτζούκων ιππέων. Στην προσπάθειά του να τις αντιμετωπίσει, ο Νικηφόρος Βασιλάκης, ένας από τους σημαντικότερους διοικητές του Ρωμανού, έπεσε σε ενέδρα κοντά στο στρατόπεδο και αιχμαλωτίσθηκε, ενώ οι άνδρες του αποδεκατίσθηκαν. Παράλληλα, ο σουλτάνος θέλησε να διαπραγματευθεί τη σύναψη συνθήκης ειρήνης, αλλά ο Βυζαντινός αυτοκράτορας απέρριψε τις προτάσεις του. Ο Ρωμανός φοβόταν ότι ο Αλπ Αρσλάν πιθανόν να καθυστερούσε αναμένοντας ενισχύσεις, ενώ αυξανόταν και ο κίνδυνος μισθοφορικά στρατεύματα των Βυζαντινών (ιδίως οι Ούζοι) να λιποτακτήσουν προς τους ομοφύλους τους Σελτζούκους. Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ των δύο στρατευμάτων, ύστερα από την αποτυχία των διπλωματικών προσπαθειών, φαινόταν αναπόφευκτη.

Την πρωτοβουλία της επίθεσης ανέλαβε ο Βυζαντινός ηγεμόνας. Στις 26 Αυγούστου 107115 οι Βυζαντινοί συντάχθηκαν σε παράταξη μάχης: στην πρώτη γραμμή το κέντρο διοικούσε ο ίδιος ο αυτοκράτορας, τη δεξιά πτέρυγα ο Αλυάττης (πιθανώς στρατηγός Καππαδοκίας) και την αριστερή ο Νικηφόρος Βρυέννιος, επικεφαλής των στρατευμάτων της Δύσης, ενώ τη δεύτερη, εφεδρική γραμμή διοικούσε ο Ανδρόνικος Δούκας, ο μεγαλύτερος γιος του καίσαρα Ιωάννη Δούκα, τον οποίο ο Ρωμανός είχε πάρει μαζί του ουσιαστικά ως όμηρο. Η βυζαντινή παράταξη προχώρησε προσεκτικά και συντεταγμένη, ενώ οι Σελτζούκοι υποχωρούσαν, αρνούμενοι να δώσουν μάχη. Όμως καθώς έπεφτε το δειλινό και η νίκη μάλλον θα έστεφε τα βυζαντινά όπλα, ο Ρωμανός, ορθά σκεπτόμενος, έκρινε σκόπιμο να απεμπλέξει τα στρατεύματά του και να φροντίσει για την ασφαλή επιστροφή στο οχυρωμένο στρατόπεδο. Προφανώς δεν ήθελε να περάσει μία νύκτα έξω από το φρούριο, όπου ο βυζαντινός στρατός θα ήταν στο έλεος των αντίπαλων τοξοτών.

Όμως η τακτική υποχώρηση είναι δύσκολος ελιγμός, ακόμα και υπό τις καλύτερες συνθήκες, και οι άνδρες του Ρωμανού ήταν ως επί το πλείστον άπειροι. Καθώς υποχωρούσαν, έπρεπε να υπομένουν τα εχθρικά βέλη, χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν. Επιπλέον, στις τάξεις του στρατού κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο αυτοκράτορας είχε ηττηθεί. Η φήμη έγινε βεβαιότητα όταν τα απομακρυσμένα τμήματα της παράταξης, αγνοώντας τη διαταγή σύμπτυξης, είδαν την αυτοκρατορική σημαία να στρέφει προς τα πίσω. Οι περισσότεροι πίστεψαν τη σκόπιμη διάδοση του Ανδρονίκου Δούκα ότι επρόκειτο για άτακτη υποχώρηση, ιδίως όταν είδαν τον ίδιο να οδηγεί την εφεδρική γραμμή μακριά από το πεδίο της μάχης.

Ο Αλπ Αρσλάν εκμεταλλεύθηκε χωρίς καθυστέρηση τον πανικό που επικράτησε, καθώς και την υποχώρηση της δεύτερης γραμμής, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσε να είχε εμποδίσει τις κυκλωτικές κινήσεις του. Αμέσως ο σουλτάνος έριξε τις δυνάμεις του εναντίον της δεξιάς πτέρυγας των Βυζαντινών και την απώθησε, ενώ η προσπάθεια της αριστερής πτέρυγας να σπεύσει σε βοήθεια απέβη άκαρπη. Αποτέλεσμα ήταν οι Σελτζούκοι να περικυκλώσουν το κέντρο της βυζαντινής παράταξης και να το συντρίψουν. Ο Ρωμανός πολέμησε με συνέπεια, ακόμα και όταν βρέθηκε πεζός και τραυματισμένος στο χέρι, ώσπου αργά το απόγευμα έπεσε αιχμάλωτος στα χέρια των εχθρών.16

4. Αποτίμηση και αποτελέσματα

Η ήττα στο Μαντζικέρτ και η αιχμαλωσία του Ρωμανού Δ΄ ήταν αποτέλεσμα έλλειψης εμπειρίας, στρατιωτικής πειθαρχίας και ικανοτήτων, καλής πληροφόρησης, συντονισμού μεταξύ των διάφορων στρατιωτικών αρχηγών. Μόνο εξαιτίας των παραπάνω στρατιωτικών ανεπαρκειών μπορούσε και η δολιοφθορά του Ανδρονίκου Δούκα να έχει τη συγκεκριμένη εξέλιξη.17

Η μάχη του Μαντζικέρτ δεν ήταν εντέλει μια στρατιωτική καταστροφή, όπως την παρουσιάζουν οι Βυζαντινοί ιστορικοί της εποχής. Ασφαλώς επρόκειτο για σημαντική ήττα των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και, το σπουδαιότερο, για τη σύλληψη του ίδιου του αυτοκράτορα, αλλά όχι για ολοκληρωτική καταστροφή. Η ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολή δεν μεταβλήθηκε ριζικά και η εμφύλια σύγκρουση που ακολούθησε την απελευθέρωση του Ρωμανού Διογένη (αρχές Σεπτεμβρίου 1071) προξένησε πολύ σοβαρότερες ζημιές στο μικρασιατικό χώρο σε σύγκριση με την ήττα στο Μαντζικέρτ. Επιπλέον, μετά την ήττα ο βυζαντινός στρατός δεν φαίνεται να υπέστη βαριές απώλειες, καθώς οι αρχηγοί του κατάφεραν να διαφύγουν μαζί με το κύριο μέρος του εκστρατευτικού σώματος.

Σπουδαιότερη ήταν η σημασία της μάχης του Μαντζικέρτ σε πολιτικό επίπεδο: αφενός εγκαινίασε μία δεκαετή περίοδο εμφύλιου πολέμου στην αυτοκρατορία, αφετέρου η συνθήκη στην οποία συμφώνησε ο Διογένης από κοινού με τον σουλτάνο Αλπ Αρσλάν άφηνε σχεδόν ολόκληρη τη Μικρά Ασία ανέπαφη. Ρητή μνεία γινόταν στη διατήρηση του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, στην ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ των δύο κρατών και στην αποχή των Σελτζούκων από τις λεηλασίες στα βυζαντινά εδάφη. Επίσης, προβλεπόταν ανταλλαγή των αιχμαλώτων και, τέλος, η σύναψη επιγαμίας μεταξύ των τέκνων των δύο ηγετών. Έτσι, οι Βυζαντινοί έχαναν λίγα ή και καθόλου εδάφη.

Από την άλλη, εξίσου σημαντική ήταν η ήττα στο Μαντζικέρτ και στο οικονομικό επίπεδο, διότι η ίδια η εκστρατεία ήταν πολύ δαπανηρή, αλλά και η λεία που έπεσε στα χέρια των εχθρών, όταν λεηλάτησαν το στρατόπεδο του Ρωμανού, ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Επιπλέον, οι οικονομικές δυσκολίες που έγιναν εμφανείς επί Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα (1071-1078) ήταν και αυτές αποτέλεσμα της ατυχούς έκβασης της μάχης. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ψυχολογικός παράγοντας της ήττας, καθώς για πρώτη φορά Βυζαντινός αυτοκράτορας έπεφτε ζωντανός στα χέρια του εχθρού.18

Ωστόσο, παρ' όλες τις προαναφερθείσες συνέπειες της ήττας στο Μαντζικέρτ, δεν μπορεί να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την απίστευτα γρήγορη κατάκτηση της ανατολικής Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους. Πιθανώς να εκμεταλλεύθηκαν τις πολιτικές αδυναμίες που επέφερε η συγκεκριμένη ήττα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η προσοχή των Βυζαντινών είχε πλέον στραφεί εκ των πραγμάτων στη Δύση, όπου ένας νέος και επικίνδυνος εχθρός, οι Νορμανδοί, έκανε απειλητικά την εμφάνισή του.19




1. Ostrogorsky, G., Ιστορία του βυζαντινού κράτους 2 (Αθήνα 1979), σελ. 233.

2. Canard, M., "La campagne arménienne du sultan Saljuqide Alp Arslan et la prise d’Ani en 1064", Revue des Etudes Armeniennes 2 (1965), σελ. 239-259.

3. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 84.

4. Συνεχιστής Ιωάννου Σκυλίτζη, Χρονογραφία, Τσολάκης, Ε. (επιμ.), Η Συνέχεια της Χρονογραφίας του Ιωάννου Σκυλίτζη (Ioannes Scylitzes Continuatus) (Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 105, Θεσσαλονίκη 1968), σελ. 124.

5. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 85. Βλ. και Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (Bonn 1853), σελ. 103 κ.ε.

6. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 85-86.

7. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (CSHB, Bonn 1853), σελ. 139· Καραγιαννόπουλος, Ι.Ε., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους 2 (Θεσσαλονίκη 1993), σελ. 574· Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 86.

8. Συνεχιστής Ιωάννου Σκυλίτζη, Χρονογραφία, Τσολάκης, Ε. (επιμ.), Η Συνέχεια της Χρονογραφίας του Ιωάννου Σκυλίτζη (Ioannes Scylitzes Continuatus) (Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 105, Θεσσαλονίκη 1968), 139· Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (CSHB, Bonn 1853), 139.

9. Cheynet J.-C., "Mantzikert: Un désastre militaire?", Byzantion 50 (1980), σελ. 416, 418, 423-424.

10. Χριστοφιλοπούλου Α., Βυζαντινή Ιστορία 2.2 (Θεσσαλονίκη 21997), σελ. 242-243.

11. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 87.

12. Στους κακούς οιωνούς που καταγράφουν οι ιστορικοί της εποχής συμπεριλαμβάνεται και η άρνηση της αυγούστας Ευδοκίας να συνοδεύσει τον Ρωμανό στην απέναντι μικρασιατική ακτή, όπως ήταν η συνήθεια όταν ο αυτοκράτορας εξεστράτευε στην Ανατολή. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (CSHB, Bonn 1853), σελ. 143.

13. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (CSHB, Bonn 1853), 147· Συνεχιστής Ιωάννου Σκυλίτζη, Χρονογραφία, Τσολάκης, Ε. (επιμ.), Η Συνέχεια της Χρονογραφίας του Ιωάννου Σκυλίτζη (Ioannes Scylitzes Continuatus) (Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 105, Θεσσαλονίκη 1968), 144.

14. Νικηφόρος Βρυέννιος, Ύλη Ιστορίας, Gautier, P. (ed.), Nicéphore Bryennios, Histoire (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 9, Bruxelles 1975), σελ. 114.

15. Παλιότεροι ερευνητές χρονολογούσαν τη μάχη στις 19 Αυγούστου.

16. Μιχαήλ Ατταλειάτης, Ιστορία, Bekker, I. (ed.), Michaelis Attaliotae Historia (CSHB, Bonn 1853), σελ. 165· Συνεχιστής Ιωάννου Σκυλίτζη, Χρονογραφία, Τσολάκης, Ε. (επιμ.), Η Συνέχεια της Χρονογραφίας του Ιωάννου Σκυλίτζη (Ioannes Scylitzes Continuatus) (Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 105, Θεσσαλονίκη 1968), σελ. 205-206, 212-215· Νικηφόρος Βρυέννιος, Ύλη Ιστορίας, Gautier, P. (ed.), Nicéphore Bryennios, Histoire (Corpus Fontium Historiae Byzantinae 9, Bruxelles 1975), σελ. 118.

17. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 89.

18. Cheynet, J.-C., "Mantzikert: Un désastre militaire?", Byzantion 50 (1980), σελ. 432-434.

19. Angold, M., H βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204. Μια πολιτική ιστορία (Αθήνα 1997), σελ. 90.