Σμύρνης Μητρόπολις

1. Γενικά ιστορικά

Η μητρόπολη της Σμύρνης αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής διοίκησης της Μικράς Ασίας, λόγω της διαρκούς παρουσίας της –αρχικά ως αρχιεπισκοπής και αργότερα ως μητρόπολης–, αν και ο χώρος δικαιοδοσίας της περιορίστηκε αρκετά, ήδη από το 14ο αιώνα. Εντούτοις διατήρησε την αυτονομία της, χωρίς να ενσωματωθεί στη μητρόπολη Εφέσου, όπως έγινε με τις περιπτώσεις άλλων μητροπόλεων στο χώρο της δυτικής Μικράς Ασίας.

Η πόλη της Σμύρνης, κατα την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο γνώρισε μεγάλη ακμή, ενώ ως τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα φρούρια της περιοχής. Ο Brehier την τοποθετεί μεταξύ των σημαντικότερων βυζαντινών λιμανιών, που ήταν συγχρόνως και κέντρο ναυπηγήσεως.1 Η Σμύρνη αρχικά αποτέλεσε με την Έφεσο τμήμα του θέματος Θρακησίων, ενώ απο τον 9ο αιώνα ανήκε στο ναυτικό θέμα της Σάμου.

Μετά την ήττα των βυζαντινών στο Μαντζικέρτ, η Σμύρνη καταλήφθηκε απο τους Σελτζούκους και αποτέλεσε ιδιαίτερο εμιράτο. Σύμφωνα με τη Ζαχαριάδου, η πόλη υπέστη σοβαρό πλήγμα κατά τις αρχές του 14ου αιώνα εξαιτίας της τουρκικής εξάπλωσης και το 1344, όταν οι σταυροφόροι κατέλαβαν το λιμάνι της, διαιρέθηκε στα δύο.2 Η πόλη θα μείνει στα χέρια των Φράγκων ως το 1403, όταν την κατέλαβαν οι Μογγόλοι του Ταμερλάνου. Στη συνέχεια η Σμύρνη περιήλθε στον Οθωμανό σουλτάνο Μωάμεθ Α΄, ο οποίος στο διάστημα 1413-1419 κατεδάφισε όλα τα φρούρια.

Πότε ακριβώς εισήχθη ο χριστιανισμός στη Σμύρνη δεν είναι γνωστό. Ο Ιγνάτιος οδηγούμενος στη Ρώμη έγραψε στη Σμύρνη τις επιστολές του προς τις εκκλησίες Τράλλεων, Μαγνησίας, Εφέσου και Ρώμης. Οι λεγόμενες Αποστολικαί Διαταγαί εμφανίζουν πρώτο επικεφαλής της χριστιανικής κοινότητας της Σμύρνης τον Αριστίωνα. Ανατρέχοντας στα Τακτικά της τάξης πρωτοκαθεδρίας των υποκείμενων στον οικουμενικό θρόνο εκκλησιών, παρατηρούμε οτι ήδη απο τα Πρωτοχριστιανικά χρόνια η Σμύρνη αναγράφεται ως αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή στην επαρχία Ασίας, της οποίας κύρια μητρόπολη ήταν η Έφεσος.

Τον 9ο αιώνα η Σμύρνη αναφέρεται ως τόπος εξορίας του Θεόδωρου Στουδίτου, ο οποίος απο εκεί αλληλογραφούσε με τον πάπα Ρώμης και τους Πατριάρχες Αντιοχείας, Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων. Αργότερα, το 13ο αιώνα, εποχή ακμής της πόλης υπό την αυτοκρατορία της Νίκαιας, δημιουργούνται πολλοί ναοί και μονές, η σπουδαιότερη απο τις οποίες υπήρξε η μονή των Λεμβών.

Μετά την οθωμανική εγκατάσταση στη Σμύρνη, ίσχυσε ένα ιδιότυπο δίκαιο για τη χριστιανική κοινότητα της πόλης. Επί τη βάσει των προνομίων του Πορθητού, δημιουργήθηκε σύστημα οργάνωσης της θρησκευτικής διοίκησης των χριστιανών, στο οποίο κεντρικό ρόλο είχε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Σμύρνη και η Έφεσος ανήκαν στο βιλαέτι του Αϊδίν, όπου το 1489-1490 υπήρχαν 740 χριστιανικές οικογένειες αλλά σταδιακά ο αριθμός τους μειώθηκε. Ανάμεσα στα έτη 1520-1535 υπήρχαν μόνο 451.3 Εξάλλου, σύμφωνα με το Βρυώνη, δύο ομάδες ελληνόφωνων χριστιανών ζούσαν στη Μικρά Ασία πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Υπήρχαν οι ελληνόφωνοι απόγονοι των βυζαντινών που κατοικούσαν στη Μικρά Ασία πριν από την τουρκική κατάκτηση και άλλη μια ομάδα ελληνόφωνων που πήγαν στη Μικρά Ασία ύστερα από αυτήν· οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στις δυτικές περιοχές των παραλίων και των ποταμών με επίκεντρο τη Σμύρνη.4

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί επιβιώνει η μητρόπολη της Σμύρνης, έστω με περιορισμένο χώρο δικαιοδοσίας, και δεν ενσωματώνεται στη μητρόπολη Εφέσου, όπως η υπόλοιπη δυτική Μικρά Ασία. Η περίπτωση του ναού της Αγ. Φωτεινής μπορεί να δώσει μια πρώτη απάντηση. Ο Σολομωνίδης εκφράζει τη βεβαιότητα ότι το 1653 ο ναός υπήρχε, στηριζόμενος στη μαρτυρία του ιππότη D’Arvieux. Ο σεισμός του 1688 κατέστρεψε ολοσχερώς το ναό, ο οποίος ανοικοδομήθηκε ύστερα από σουλτανική παρέμβαση. Χαρακτηριστική είναι η λογοθεσία για την ανέγερση του ναού που αναγράφεται στον Κώδικα της μητρόπολης Σμύρνης, από την οποία προκύπτει πως η ανοικοδόμηση της Αγίας Φωτεινής στοίχισε 27.845 χρυσά φράγκα, πόσο μεγάλο για την εποχή.5 Γίνεται σαφές ότι η εμμονή των τοπικών αρχών και της κεντρικής εξουσίας να ενισχύσουν τη μητρόπολη Σμύρνης μπορεί να δικαιολογηθεί αν λάβουμε υπόψη τη σημασία της θέσης της Σμύρνης στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Κατά το 18ο και 19ο αιώνα παρατηρείται μια τεράστια δημογραφική και εμπορική ανάπτυξη της πόλης, η οποία οφείλεται κυρίως στο λιμάνι της όχι μόνο λόγω του αυτονόητου ρόλου του στο εμπόριο, αλλά και λόγω του ρόλου του –ως κέντρου των συναλλαγών– στην ανάδειξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων. Ο διαρκώς αυξανόμενος στο 19ο αιώνα αριθμός τραπεζών, εμπορικών και ναυτιλιακών πρακτορείων και η ραγδαία αύξηση των επαγγελμάτων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με το εμπόριο συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας, που επηρεάζει όχι μόνο το χριστιανικό πληθυσμό, αλλά και το σύνολο του πληθυσμού της Σμύρνης.6

Η ανάδειξη της Σμύρνης ως σημαντικού εμπορικού κέντρου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανάγεται στις αρχές του 16ου αιώνα. Σύμφωνα με τη Φραγκάκη-Syrett μία από τις παραμέτρους που συνέβαλε σε αυτή την εξέλιξη ήταν η δημιουργία των δυτικοευρωπαϊκών προξενείων στο λιμάνι της πόλης. Η ανάδειξη της Σμύρνης σε κέντρο διεθνούς εμπορίου οφείλεται εν μέρει στην αναζήτηση από την πλευρά των Ευρωπαίων εμπόρων –κυρίως Ολλανδών, Άγγλων και Γάλλων–, ενός εμπορικού κέντρου που να πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις διεκπεραίωσης των εμπορικών τους δραστηριοτήτων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.7

Προς την κατεύθυνση αυτή αρωγός υπήρξε η κεντρική οθωμανική εξουσία, στόχος της οποίας ήταν η ανάδειξη της Σμύρνης σε κέντρο διεθνούς εμπορίου. Σε αυτό το πλαίσιο στις αρχές του 18ου αιώνα εκδόθηκε φιρμάνι που απαγόρευε σε μικρότερα λιμάνια της περιοχής να έχουν εμπορικές επαφές με τις διεθνείς αγορές.8

Η εισροή δυτικών κεφαλαίων συνέβαλε στην ανάπτυξη μικρών βιομηχανικών επιχειρήσεων. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες από αυτές τις επιχειρήσεις δεν ξεπέρασαν τον οικογενειακό χαρακτήρα οργάνωσης, υπάρχουν και περιπτώσεις επιχειρήσεων με μεγάλο εργατικό δυναμικό. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των μηχανουργείων του Ρωμιού Ισηγόνη και του Ν. Καταμανιόλου. Το εργατικό δυναμικό του κάθε εργοστασίου ξεπερνάει τον αριθμό 150-200.9 Η Αναγνωστοπούλου θεωρεί ότι, όσο περιορισμένης δραστηριότητας και αν ήταν οι επιχειρήσεις των ντόπιων, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε ότι η Σμύρνη, και λόγω του εμπορίου, παρουσιάζει τεράστιες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.10 Επιπλέον γίνεται σαφές ότι δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε τη δημιουργία μιας εργατικής τάξης, της οποίας τα κοινά χαρακτηριστικά ξεπερνούν τις επιμέρους εθνοθρησκευτικές διακρίσεις.

Η έμφαση που δίνουμε στην εθνοθρησκευτική ομοιογένεια των κοινωνικών ομάδων δεν είναι διότι δεν υπάρχει κοινωνική συγκρότηση ανεξαρτήτως εθνοθρησκευτικής ένταξης, αλλά διότι με τις μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα του Αμπντούλ Χαμίντ, η κοινότητα κοινωνικής ένταξης μπαίνει σε δεύτερη μοίρα προς όφελος της κοινότητας εθνοθρησκευτικής ένταξης. Εξετάζοντας λοιπόν την κατά κοινότητα συμμετοχή στα αστικά επαγγέλματα, διαπιστώνουμε ότι οι χριστιανοί υπερέχουν σημαντικά. Έτσι, σύμφωνα με τον «οδηγό της Σμύρνης», οι 208 από τους 368 εμπόρους της πόλης, οι 71 από τους 78 εμπορικούς αντιπροσώπους, οι 41 από τους 44 γιατρούς, οι 37 από τους 65 δικηγόρους, οι 30 από τους 44 τραπεζίτες είναι ελληνόφωνοι χριστιανοί.11

Οι εμπορικές εταιρείες, παρότι λιγότερο ανταγωνιστικές σε σχέση με τις δυτικές, κατέχουν σημαντική θέση. Από τις 24 ελληνικές εταιρείες, οι 12 ανήκουν σε Έλληνες υπηκόους, οι 12 σε Οθωμανούς υπηκόους, οι 2 από τους οποίους βρίσκονται υπό την προστασία του γαλλικού κράτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι με την άνοδο των νεότουρκων στην εξουσία, οι χριστιανοί Οθωμανοί υπήκοοι στηρίζουν και πιέζουν την κυβέρνηση προς την κατεύθυνση λήψης μέτρων για τη δημιουργία μιας «εθνικής βιομηχανίας», από την οποία θα αποκλείονταν οι Ευρωπαίοι.12

Ένδειξη κοινωνικών διαφοροποιήσεων αποτελεί η αναφορά στην ύπαρξη επαγγελματικών σωματείων με μεγάλη επιρροή, άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένων με το εμπόριο, των οποίων μέλη ήταν κυρίως ελληνόφωνοι χριστιανοί. Εκτός από το σωματείο των μεγαλεμπόρων, αναφέρεται μια τεράστια ποικιλία σωματείων, καταστηματαρχών, μικρεμπόρων, εισαγωγέων-εξαγωγέων, αρτοποιών, κρεοπωλών. Σημαντικό στοιχείο για τη μελέτη των κοινωνικών διαφοροποιήσεων αποτελεί η ίδρυση λεσχών και αθλητικών συλλόγων, των οποίων ο αριθμός των μελών είναι αρκετά περιορισμένος, η προέλευση δε των μελών τους είναι από συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.13

Η Αναγνωστοπούλου διακρίνει τη διαμόρφωση στη βάση της κοινωνίας μιας κοινωνικής ομάδας η οποία έχει τα χαρακτηριστικά «προλεταριάτου»: οι παραγιοί στις συντεχνίες και στις εμπορικές αντιπροσωπείες, οι υπάλληλοι στα μεγάλα ξενοδοχεία, εστιατόρια, καζίνα, οι εργάτες, γυναίκες και παιδιά, που εργάζονται κυρίως στις βιοτεχνίες χαλιών, οι εργάτες σε ιδιωτικές και δημόσιες βιομηχανίες, οι λιμενεργάτες.14 Πέραν όλων αυτών, υπάρχει και ένας άλλος κόσμος, ο οποίος λειτουργεί εντελώς στο περιθώριο της κοινωνίας και βρίσκοντας διέξοδο στη ληστεία. Η περιοχή της Σμύρνης γνωρίζει τεράστια άνθηση ληστρικών ομάδων, στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσεται «συνείδηση κοινωνικής δικαιοσύνης», κοινή για όλα τα μέλη, ανεξαρτήτως εθνοθρησκευτικής ένταξης.15

Οι παραπάνω εξελίξεις είχαν αντίκτυπο στο χαρακτήρα των κοινοτικών θεσμών. Όλα τα καταστατικά κοινοτικής διοίκησης που έχουμε απο το τέλος του 18ου αιώνα δεν αντανακλούν παρά τις συνεχείς προσπάθειες συμβιβασμού των παλαιών με τις νέες δυνάμεις που εμφανίζονται. Γενικεύοντας θα διακρίναμε δύο φάσεις εξέλιξης της οργάνωσης και των κανονισμών διοίκησης της κοινότητας της Σμύρνης. Η αρχή της πρώτης τοποθετείται στα τέλη του 18ου αιώνα και τελειώνει στα μέσα του 19ου. Σημαδεύεται από την εμφάνιση των πλούσιων εμπόρων και από τη συγκρότηση ισχυρών συντεχνιών συνδεδεμένων με το εμπόριο. Ο αποκλεισμός τους από την κοινοτική διοίκηση και η αντίδραση των ντόπιων προεστών θεωρούνται τα κύρια αίτια τριβής και αναταραχών.

Η δεύτερη φάση τοποθετείται στο β΄ μισό του 19ου αιώνα ως το 1908 και συμπίπτει με μια μεγάλη δημογραφική άνοδο που γνωρίζει η Σμύρνη. Καθοριστική είναι η εγκατάσταση σημαντικού αριθμού Ελλήνων υπηκόων στην περιοχή, οι οποίοι, μαζί με κάποιους ντόπιους, συγκροτούν τη μέση «ελληνική» αστική τάξη της Σμύρνης.16

Οι μεγάλες κοινωνικές διαφοροποιήσεις που αρχίζουν να εμφανίζονται στο 19ο αιώνα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για σοβαρές συγκρούσεις στο εσωτερικό της κοινότητας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της κοινότητας της Σμύρνης οι συντεχνίες κάθε είδους προβάλλουν την αξίωση συμμετοχής στη διοίκηση της κοινότητας. Το θεσμικό πλαίσιο της κοινότητας αλλάζει ριζικά όταν οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα όχι μόνο γίνονται έντονες αλλά οδηγούν και στη διαμόρφωση μιας μέσης αστικής τάξης αρκετά ισχυρής ώστε να μπορεί να διεκδικεί κυρίαρχο ρόλο στη διοίκηση της κοινότητας.

Η κρίση του 1819, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, αποτελούσε την ύστατη φάση ενός ιδεολογικού ανταγωνισμού με σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις: του ανταγωνισμού που από τις αρχές του αιώνα οδήγησε σε σύγκρουση οπαδούς και αντιπάλους του Διαφωτισμού, τους «φιλοσόφους» και τους «αντιφιλοσόφους». Εντούτοις, σύμφωνα με τον Ηλιού, η νέα ανάγνωση των πηγών υποδεικνύει την ύπαρξη μιας πραγματικότητας πολύ πιο σύνθετης. Ένα τμήμα των συντεχνιών αμφισβήτησε τις δομές της κοινοτικής εξουσίας στη Σμύρνη. Είναι βέβαιο ότι η εκκλησία της Σμύρνης συμπαρέσυρε τουλάχιστον ένα τμήμα των συντεχνιών στις κινήσεις της εναντίον του Φιλολογικού Γυμνασίου. Αλλά οι στόχοι των δύο συμμάχων κάθε άλλο παρά ταυτόσημοι ήταν. Κοινό παρανομαστή αποτελεί η αντίθεση προς τους εμπόρους. Αλλά αν τα ιδεολογικά κίνητρα και τα προβλήματα που σχετίζονται με τον ανταγωνισμό των δύο σχολών, του Φιλολογικού Γυμνασίου και της Ευαγγελικής Σχολής, παρεμβαίνουν αποφασιστικά στη συμπεριφορά της εκκλησίας, οι συντεχνίες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τα προβλήματα που δημιουργούσαν στην κοινότητα οι δαπάνες του γυμνασίου και κυρίως η πολιτική συμπόρευσή του στο πλευρό των εμπόρων.17

Στο διοικητικό μοντέλο που προκύπτει από τον Κανονισμό του 1907, ενώ παραμένουν οι παραδοσιακές κοινοτικές αρχές, η Εκκλησία και η δημογεροντία, η εξουσία ουσιαστικά ασκείται από ένα νέο σώμα, την Κεντρική Επιτροπή, της οποίας τα μέλη μπορούν να εκλέγονται και μεταξύ των Ελλήνων υπηκόων. Με τα δύο πρώτα άρθρα του κανονισμού ανανεώνεται η υποταγή της κοινότητας στη μητρόπολη της Σμύρνης, αν και «ὁ μητροπολίτης Σμύρνης, ὅστις πρόεδρος ὢν διοικεῖ ταύτην διὰ διαφόρων Σωματείων, τῶν ὁποίων ἡ δικαιοδοσία καὶ ἁρμοδιότης καθορίζεται διὰ τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ καὶ τῶν ὁποίων τὰς ἀποφάσεις ἐκτελεῖ. Ἐκπροσωπεῖ δὲ τήν τε Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Κοινότητα Σμύρνης καθ’ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις καὶ ἐποπτεύει μετὰ τῶν δύο σωμάτων, Δημογεροντίας καὶ Κεντρικῆς, εἰς τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ».18 Ο κεντρικός ρόλος της εκκλησίας αποτυπώνεται στη δράση του Χρυσοστόμου, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης και ενίσχυσης της ιδεολογίας της εθνικής συνείδησης.19

2. Γεωγραφικός χώρος και δημογραφική κατάσταση

Ήδη από τα Πρωτοχριστιανικά χρόνια η Σμύρνη αναγράφεται ως αρχιεπισκοπή αυτοκέφαλη στην επαρχία Ασίας. Νωρίς προάγεται σε μητρόπολη, στην 39η θέση και επί Λέοντος Στ΄ καταλαμβάνει την 44η θέση. Κατά το 13ο αιώνα η μητρόπολη της Σμύρνης περιλάμβανε τις παρακάτω επτά επισκοπές: Φωκαίας, Μαγνησίας, Ανηλίου ή Απειλίου, Κλαζομενών, Αρχαγγέλου, Πέτρας και Σωσάνδρων.20 Από τα μέσα του 14ου αιώνα η περιοχή της μητρόπολης Σμύρνης περιορίζεται εξαιτίας των επιδρομών των Σελτζούκων, και κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα από τις επτά επισκοπές που περιλάμβανε το 13ο αιώνα παρέμειναν στη δικαιοδοσία της μόνο της Φωκαίας και Μαγνησίας, για να αποσπαστούν και αυτές μεταγενέστερα. Μετά την άλωση η μητρόπολη αναδιοργανώθηκε και το 1467-1468 υπήρχε εκεί μητροπολίτης, που μάλιστα βρισκόταν σε αντιδικία με τον Εφέσου εξαιτίας της επισκοπής της Μαγνησίας. Αναφέρεται στη Notitia του 1500 η οποία επιβεβαιώνεται από τα δύο μπεράτια.21 Ωστόσο η κατάσταση της μητρόπολης δε θα ήταν καλή, όπως φαίνεται όχι μόνο από την απουσία της Σμύρνης από διάφορες συνόδους αλλά και από το γεγονός ότι ο μητροπολίτης της Μεθόδιος βρισκόταν εγκατεστημένος στη μονή της Πάτμου το 1499.

Σημαντική είναι η μελέτη του θεσμού της πατριαρχικής εξαρχίας για την περίπτωση της Σμύρνης. Τα νησιά που βρίσκονται ανάμεσα στη Λέσβο και τις ακτές της Μικράς Ασίας αποτέλεσαν πατριαρχική εξαρχία, η λήξη της οποίας ορίζεται το 1763. Ύστερα από τις αλλεπάλληλες καταστροφές που υπέστη η Σμύρνη την εποχή εκείνη, αποφασίστηκε να αρθεί το εξαρχικό καθεστώς στα Μοσχονήσια και να ενταχθούν ως ενοριακά στη μητρόπολη Σμύρνης, προκειμένου, όπως αναφέρεται στο συγκεκριμένο σιγίλιο, να την ενισχύσουν οικονομικά.22 Σύμφωνα με πληροφορίες που προσάγει ο Μανουήλ Γεδεών, τον Οκτώβριο του 1742 ο Παίσιος Β΄ προσάρτησε την τέως πατριαρχική εξαρχία Μοσχονησίων στη μητρόπολη Σμύρνης, πράξη που επικυρώθηκε τον Απρίλιο του 1746.23 Το γεγονός της προσάρτησης της συγκεκριμένης περιοχής υποδεικνύει όχι μόνο μια οικονομική κρίση αλλά και μια σοβαρή δημογραφική κάμψη, αφού τα έσοδα κάθε μητρόπολης, εξαρτώνταν από τον αριθμό των ενοριτών της.

Η έρευνα για τα πριν από το 1690 χρόνια βασίζεται μόνο σε ελλιπή στοιχεία. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι ξένοι επισκέπτες ανάμεσα στο 1631 και το 1739. Το 1631 ο Tavernier αναφέρει 90.000 κατοίκους, δηλαδή 60.000 Οθωμανούς, 15.000 χριστιανούς, 8.000 Αρμενίους και 7.000 Εβραίους. Το 1699 ο De La Mortaye καταγράφει 14.000 Οθωμανούς, 8.000 χριστιανούς, 500 Αρμενίους, 1.500 Εβραίους και 200 Ευρωπαίους. Η θεαματική αυτή μείωση οφείλεται στον πολύνεκρο σεισμό, που είχε 15.000 θύματα και προκάλεσε μερική εγκατάλειψη της πόλης από τον υπόλοιπο πληθυσμό.24

Αν και ο αριθμός των Ευρωπαίων ήταν σχετικά μικρός, ο ρόλος τους ωστόσο ήταν καθοριστικός για τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της πόλης. Η προσέλευση των δυτικών εμπόρων αιτιολογείται από το περιεχόμενο των διομολογήσεων: οι διομολογήσεις, συμφωνίες διμερείς που υπέγραφε κάθε δυτικοευρωπαϊκό κράτος χωριστά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρείχαν ευρύτατα προνόμια στους δυτικούς με αντάλλαγμα τη συλλογή φόρων από τους Οθωμανούς.

Κατά το 18ο και 19ο αιώνα παρατηρείται μια σημαντική δημογραφική ανάπτυξη της Σμύρνης, γεγονός που μπορεί να συσχετιστεί με την ανάδειξή της σε κέντρο διεθνούς εμπορίου. Σύμφωνα με την Αναγνωστοπούλου η πόλη αποτέλεσε ένα εξαιρετικό παράδειγμα κοινοτικής οργάνωσης και διοίκησης. Η Σμύρνη, που αποτελούνταν από 23 ενορίες και ήταν το «πολιτικό» και πολιτιστικό κέντρο όλων των κοινοτήτων της περιοχής, συνιστά μια ιδιαίτερη και σύνθετη περίπτωση κοινοτικής οργάνωσης.25 Σε πίνακα του 1902, βρίσκουμε φορολογούμενους, νοφούσια όπως αναγράφεται, 14.843, με ποσό στρατιωτικού φόρου, γρ. 549.873.26

Τα στοιχεία του πίνακα καθιστούν ξεκάθαρο ότι από τις σημαντικότερες μέριμνες της δημογεροντίας ήταν η κατανομή του επιβαλλόμενου από τις τουρκικές αρχές στρατιωτικού φόρου. Η δημογεροντία, με τη βοήθεια ενοριακών επιτροπών, συνέτασσε τους πίνακες των υπόχρεων. Ο στρατιωτικός φόρος βάρυνε όλους τους μη μουσουλμάνους Οθωμανούς υπηκόους. Από τη φορολογία απαλλάσσονταν οι ιερείς, οι ανάπηροι και οι άποροι. Φαίνεται επίσης ότι το 1902 η χριστιανική κοινότητα της Σμύρνης ανθούσε οικονομικά και πληθυσμιακά, γεγονός που αποτυπώνεται και στα επιβαλλόμενα φορολογικά ποσά από την κεντρική εξουσία. Είναι ενδιαφέρον οτι η συλλογή των φόρων γίνεται με τη βοήθεια ενοριακών επιτροπών, προβάλλοντας το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτιζε η μητρόπολη Σμύρνης. Εντούτοις με τον Κανονισμό του 1907 η εξουσία της Εκκλησίας περιορίζεται στο ρόλο του «εκτελεστικού οργάνου» των αποφάσεων των κοινοτικών σωμάτων και όλες οι εξουσίες που πριν είχε η Εκκλησία περιέρχονται στα σώματα αυτά. Η Εκκλησία χάνει το λειτουργικό της ρόλο, αφού και αυτός ο αριθμός των ιερέων είναι εκ των προτέρων καθορισμένος από τον κοινοτικό κανονισμό. Παρά ταύτα παραμένει το κέντρο αναφοράς της χριστιανικής κοινότητας, διατηρώντας την ιδεολογική της λειτουργία ως συνεκτικός παράγοντας της τοπικής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι κοινοτικές συνελεύσεις συγκαλούνται «εκτάκτως υπό του μητροπολίτου ή του νόμιμου αυτού αναπληρωτού και των δύο Σωμάτων».27

Η σημασία της μητροπόλεως φαίνεται και από το ζήτημα της μισθοδοσίας των κληρικών. Τον Ιούνιο του 1905, η θρησκευτική οργάνωση «Ευσέβεια» πληροφορεί διά των σμυρναϊκών εφημερίδων το κοινό ότι ουσιαστικά ανέλαβε τη μισθοδοσία των κληρικών. Στο ίδιο πλαίσιο ο μητροπολίτης σχολιάζει: «Πᾶς ἐφημέριος, παραιτούμενος τῶν τυχηρῶν αὐτού δικαιωμάτων ἐκ τῶν ἱεροτελεστιῶν, γάμων, βαπτίσεων, κηδειῶν, μνημοσύνων, καὶ φωτισμοῦ τῶν Θεοφανείων θέλει μισθοδοτεῖται ὑπὸ τῆς “Εὐσεβείας” δι’ εἴκοσι μετζητίων μηνιαίως... Οὕτω καὶ μόνον ὁ ἱερὸς κλῆρος, τὸ πρώτον τοῦτο τῆς εὐσεβείας τῶν πιστῶν ὄργανον, καὶ πρῶτος παράγων τῆς κοινωνικῆς τοῦ λαοῦ ἠθικοποιήσεως, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου εἶναι παρακαταθείμενα τὰ πολυτιμότατα συμφέροντα τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἀτόμων ἀνυψωθήσεται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπήν, ἧς κατασταθήσεται ἄξιος ὅπως ἀποδώσῃ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὴν οἰκογένειαν, πρὸς τὴν κοινωνίαν, πρὸς τὴν πολιτείαν, πρὸς τὴν ἐκκλησίαν, πρὸς τὸν Θεόν».28 Οι τοπικές εφημερίδες χαιρέτισαν με ευμενή σχόλια την καθιέρωση του τρόπου αυτού μισθοδοσίας των κληρικών: «Έγινε επιτέλους μέγα βήμα προς την αξιοπρεπή συντήρησιν του κλήρου,29 γεγονός που φανερώνει το ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας για τη μητρόπολη».

Η περίπτωση της μητρόπολης της Σμύρνης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού εν προκειμένω η έντονη εμπορική δραστηριότητα και η επαφή με τις διεθνείς αγορές της εποχής συνέβαλαν στην οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη της περιοχής, ιδίως από το 18ο αιώνα και μετά, γεγονός που συνέβαλε στην αδιάλειπτη παρουσία της μητρόπολης, που απέφυγε με αυτό τον τρόπο τη μοίρα άλλων μητροπόλεων της δυτικής Μικράς Ασίας, οι οποίες συγχωνεύτηκαν με τη μητρόπολη Εφέσου.




1. Brehier, L., Vie et mort de Byzance (Paris 1948), σελ. 4.

2. Ζαχαριάδου, Ε., Δέκα Τουρκικά Έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία (1483-1567) (Αθήνα 1996), σελ. 137.

3. Ζαχαριάδου, Ε., Δέκα Τουρκικά Έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία (1483-1567) (Αθήνα 1996), σελ. 138.

4. Βρυώνης, Σ., Η Παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού, (Αθήνα 2000), σελ. 397.

5. Σολομωνίδης, Χ., Η εκκλησία της Σμύρνης (Αθήνα 1897), σελ. 42.

6. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 332.

7. Frangagis-Syrett, Ε., The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century (1700-1820) (Athens 1992), σελ. 24.

8. Frangagis-Syrett, Ε., The Commerce of Smyrna in the Eighteenth Century (1700-1820) (Athens 1992), σελ. 26.

9. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 399.

10. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 332.

11. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 333

12. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 333.

13. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 334.

14. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 334.

15. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 335.

16. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 337.

17. Ηλιού, Φ., Κοινωνικοί Αγώνες και Διαφωτισμός. Η Περίπτωση της Σμύρνης (1819) (Αθήνα 1986), σελ. 44.

18. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 342-43.

19. Σολομωνίδης, Χ., Ο Σμύρνης Χρυσόστομος Β΄ (Αθήνα 1971), σελ. 83.

20. Ανεστίδης, Στ., «Η Εκκλησία της Σμύρνης», Σμύρνη. Η Μητρόπολη του Μικρασιατικού Ελληνισμού (Αθήνα 2002), σελ. 117.

21. Ζαχαριάδου, Ε., Δέκα Τουρκικά Έγγραφα για την Μεγάλη Εκκλησία (1483-1567) (Αθήνα 1996), σελ. 137.

22. Παΐζη-Αποστολοπούλου, Μ., Ο Θεσμός της Πατριαρχικής Εξαρχίας (Αθήνα 1995), σελ. 207.

23. Παΐζη-Αποστολοπούλου, Μ., Ο Θεσμός της Πατριαρχικής Εξαρχίας (Αθήνα 1995), σελ. 208.

24. Μιχέλη, Λ.,  Αστυγραφία της Ελάσσονος Ασίας (Αθήνα 1992), σελ. 37.

25. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 331.

26. Σολομωνίδης, Χ., Η εκκλησία της Σμύρνης (Αθήνα 1897), σελ. 311.

27. Αναγνωστοπούλου, Σ., Μικρά Ασία, 19ος αι. -1919 (Αθήνα 1997), σελ. 345.

28. Σολομωνίδης, Χ., Η εκκλησία της Σμύρνης (Αθήνα 1897), σελ. 335.

29. Σολομωνίδης, Χ., Η εκκλησία της Σμύρνης (Αθήνα 1897), σελ. 336.