Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Διοικητική οργάνωση της βυζαντινής Μικράς Ασίας

Συγγραφή : Cheynet Jean-Claude (20/8/2008)
Μετάφραση : Ανδριοπούλου Βέρα

Για παραπομπή: Cheynet Jean-Claude, «Διοικητική οργάνωση της βυζαντινής Μικράς Ασίας»,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=12538>

Administration de l'Asie Mineure byzantine (20/11/2011 v.1) Διοικητική οργάνωση της βυζαντινής Μικράς Ασίας (12/6/2008 v.1) Administrative system in byzantine Asia Minor (11/11/2011 v.1) 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

jussio
(από το λατ. jubeo, διατάζω· πληθ. jussiones). Αυτοκρατορικό έγγραφο διοικητικού χαρακτήρα, που απευθύνεται σε κοσμικές ή εκκλησιαστικές αρχές. Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, η jussio είναι ένα πολύ συνηθισμένο διοικητικό έγγραφο και μπορούσε να εκδοθεί για οποιοδήποτε ζήτημα. Jussiones εκδίδονταν επίσης στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, αν και η διάκριση ανάμεσα σε διοικητικού και διπλωματικού χαρακτήρα jussiones δεν είναι πολύ σαφής.

αναγραφεύς, ο
Αξιωματούχος της βυζαντινής διοίκησης κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, επιφορτισμένος με οικονομικές και φορολογικές αρμοδιότητες, κυρίως με την αναθεώρηση των κτηματολογίων και των φορολογικών καταλόγων. Οι αναγραφείς συχνά αναλάμβαναν ευρύτερα δημοσιονομικά καθήκοντα, όπως του κριτή.

διοίκησις, η (dioecesis)
Διοικητική ενότητα που περιλάμβανε περισσότερες επαρχίες. Το μέτρο εισήχθη από το Διοκλητιανό, στην προσπάθειά του να κάνει πιο συγκεντρωτικό το διοικητικό σύστημα της αυτοκρατορίας. Ο Διοκλητιανός διαίρεσε την αυτοκρατορία σε 12 διοικήσεις, που αυξήθηκαν στο τέλος του 14ου αιώνα σε 14. Η διοικητική αυτή διαίρεση διατηρήθηκε κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο.

δομέστικος, ο
Όρος ο οποίος στη Βυζαντινή περίοδο δήλωνε ευρύ φάσμα αξιωματούχων: εκκλησιαστικών, πολιτικών και στρατιωτικών. Στην εκκλησιαστική ιεραρχία οι δομέστικοι ήταν επικεφαλής ειδικών ομάδων οι οποίες συνδέονταν με το τελετουργικό τυπικό (αναγνώστες, υποδιάκονοι, αλλά κυρίως ψάλτες). Στη στρατιωτική ιεραρχία κατά τον 6ο, 7ο και 8ο αιώνα οι δομέστικοι ήταν οι διοικητές των ταγμάτων, στρατιωτικών μονάδων υπό τον άμεσο έλεγχο του αυτοκράτορα.

δούκας, ο (λατ. dux)
Αρχαιότητα: Ρωμαίος στρατιωτικός αξιωματούχος ο οποίος σε ορισμένες επαρχίες είχε και διοικητικές αρμοδιότητες. Βυζάντιο: Κατά κανόνα ανώτατος στρατιωτικός αξιωματούχος. Από το β΄ μισό του 10ου αιώνα ο όρος δηλώνει το στρατιωτικό διοικητή μεγάλης περιφέρειας. Μετά το 12ο αιώνα οι δούκες εμφανίζονται ως διοικητές μικρών θεμάτων.

δρουγγάριος, ο
Στρατιωτικό αξίωμα (του στρατού και του ναυτικού). Ο δρουγγάριος αρχικά ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού σχηματισμού του δρούγγου (ιππέων αλλά και δρομώνων). Ήταν υψηλό αξίωμα κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, υφιστάμενος του τουρμάρχη του θέματος. Αργότερα μειώθηκε η σημασία του.

εξαρχάτο, το
Βυζαντινός διοικητικός όρος. Πρόκειται για τύπο εδαφικής και διοικητικής ενότητας που δημιουργήθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα στην Καρχηδόνα και τη Ραβέννα, περιοχές ιδιαίτερης πολιτικής και στρατιωτικής σημασίας. Για το λόγο αυτό ο έξαρχος, όπως ονομαζόταν ο διοικητής τους, συνένωνε στα χέρια του την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία. Η ύπαρξή τους μαρτυρείται έως τα τέλη του 7ου αιώνα στην Καρχηδόνα και τα μέσα του 8ου στη Ραβέννα.

έπαρχος πραιτορίου (praefectus praetoriο), ο
Ο όρος αντιστοιχεί στο λατινικό praefectus praetoriο, ενώ απαντά στα ελληνικά και ως «έπαρχος της πραιτoρίας» ή «των πραιτoρίων» ή ακόμα και ως «έπαρχος της διοικήσεως». Στην Αυτοκρατορική περίοδο ο έπαρχος του πραιτoρίου ήταν διοικητής επαρχίας από την τάξη των ιππέων. Επί Κωνσταντίνου το αξίωμα άλλαξε μορφή και επρόκειτο για τον επικεφαλής διοικητικής ενότητας που περιλάμβανε επαρχίες «διοικήσεως». Το 400 μ.Χ. τέτοιες επαρχίες ήταν η Ανατολή (Oriens), η Ιλλυρία (Illyricum), η Ιταλία και η Γαλατία (Gallia). Το αξίωμα των επάρχων ήταν το υψηλότερο μετά τον αυτοκράτορα στην κρατική ιεραρχία. Ο ισχυρότερος έπαρχος ήταν της Ανατολής (praefectus praetorio per Orientem), αξίωμα που αναφέρεται τελευταία φορά το 680.

ινδικτιών, η
Κύκλος 15 ημερολογιακών ετών, που χρησιμοποιούνταν για τον προσδιορισμό του έτους στο Μεσαίωνα. Αρχικά σήμαινε έναν έκτακτο αγροτικό φόρο, ενώ στη συνέχεια ένα φόρο του οποίου το ύψος παρέμενε σταθερό για έναν κύκλο 15 ετών (επί Κωνσταντίνου Α΄). Σταδιακά απέκτησε και χρονολογικό χαρακτήρα, τον οποίο διατήρησε και αφότου ο φόρος έπαψε να υφίσταται. Το σύστημα χρονολόγησης με ινδικτιώνες επισημοποιήθηκε επί Ιουστινιανού Α΄. Δεν ήταν απολύτως ακριβές σύστημα, καθώς αυτό που προσδιορίζεται είναι η εσωτερική αρίθμηση των ετών κάθε ινδικτιώνας (πρώτης, δεύτερης έως δέκατης πέμπτης), ενώ η αρίθμηση των ινδικτιώνων δεν είναι πάντα σαφής.

κατεπάνω, ο
Κυβερνήτης μιας ευρύτερης διοικητικής ενότητας. Ο όρος χρησιμοποιούνταν από τον 9ο αιώνα για να προσδιορίσει συγκεκριμένες διοικητικές θέσεις, όπως ο κατεπάνω των βασιλικών. Ο ίδιος όρος συχνά δήλωνε και το διοικητή στρατιωτικής μονάδας. Από τα τέλη του 10ου έως τα τέλη του 11ου αιώνα προσδιόριζε κατά κύριο λόγο τους διοικητές μεγάλων επαρχιών, όπως της Ιταλίας και της Αντιόχειας. Ο όρος με την έννοια του διοικητή-δούκα εγκαταλείφθηκε μετά το 1100, ωστόσο συνέχισε να υφίσταται και να αποδίδεται σε άτομα τα οποία καταλάμβαναν τοπικές διοικητικές θέσεις.

κόμης του Οψικίου, ο
Στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής του θέματος του Οψικίου.

κομμερκιάριος, ο
Αξιωματούχος επιφορτισμένος με την είσπραξη της δεκάτης, του δασμού (κομμερκίου) 10% που βάρυνε τη μετακίνηση και την πώληση των εμπορευμάτων. Η δικαιοδοσία του περιλάμβανε είτε κάποιο από τα μεγάλα αστικά κέντρα με έντονη εμπορική ζωή (οι πόλεις αυτές πολλαπλασιάζονται τον 8ο και 9ο αιώνα) είτε μια εκτεταμένη περιοχή της αυτοκρατορίας. Εφόσον είχε διοριστεί από τον αυτοκράτορα, ονομαζόταν βασιλικός κομμερκιάριος. Κατά την Ύστερη περίοδο, ο κομμερκιάριος ήταν επιχειρηματίας που εμπορευόταν μετάξι για δικό του λογαριασμό.

κομμέρκιον, το (commercium)
1. Παραμεθόριος εμπορικός σταθμός ή πόλη στην Ύστερη Αρχαιότητα και ακολούθως το τελωνείο. 2. Έμμεσος τελωνειακός φόρος επί των εμπορευμάτων που εμφανίστηκε γύρω στο 800. Αρχικά αντιστοιχούσε στο 2% έως 10% της αξίας του εμπορεύματος, ανάλογα με την περίοδο και τις περιστάσεις. Το κομμέρκιον με διατίμηση 10% ονομαζόταν δεκάτη.

κριτής, ο
Βυζαντινό δικαστικό αξίωμα. Από το τέλος του 10ου αιώνα είχε και αρμοδιότητες δημοσιονομικού χαρακτήρα.

λογοθέσιο του γενικού, το
Κεντρική υπηρεσία της αυτοκρατορικής διοίκησης που είχε ευρείες οικονομικές αρμοδιότητες. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας, λογοθέτης του γενικού, ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση των οικονομικών του βυζαντινού κράτους.

λογοθέσιο του στρατιωτικού, το
Κεντρική υπηρεσία που είχε γενικές ευθύνες και αρμοδιότητες για το στρατό ξηράς με επικεφαλής τον αντίστοιχο λογoθέτη. Διαμορφώθηκε κατά τον 7ο αιώνα και αντικατέστησε την Praefectura Praetorio. Κατά τα τέλη του 11ου αιώνα ο λογοθέτης του στρατιωτικού έχασε βαθμιαία τις αρμοδιότητές του.

μανδάτωρ, ο
Αξίωμα της Μεσοβυζαντινής περιόδου με χρέη γενικά αγγελιοφόρου ενίοτε με ειδικά καθήκοντα. Εμφανίζεται ως αξίωμα περίπου τον 9ο αιώνα. Υπήρχουν «βασιλικοί μανδάτορες» με επικεφαλής τον «πρωτομανδάτορα» στην υπηρεσία της Αυλής, καθώς και απλώς «μανδάτορες», στρατιωτικοί ή/και διοικητικοί αξιωματούχοι στην υπηρεσία του στρατιωτικού διοικητή ή του λογοθέτη του δρόμου. Στις δημόσιες εμφανίσεις ο αυτοκράτορας συνοδευόταν από ένα βασιλικό πρωτομανδάτορα που κρατούσε «χρυσέον βεργίν», δηλ. χρυσή διάλιθο ράβδο. Το αξίωμα του μανδάτορα αντικαταστάθηκε περίπου το 12ο αιώνα από αυτό του τζαούσιου.

πρωτονοτάριος, ο
Υψηλό βυζαντινό αξίωμα. Ο πρωτονοτάριος ήταν επικεφαλής των νοταρίων και υπηρετούσε στην αυτοκρατορική αυλή ή σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες (σεκρέτα). Το αξίωμα δημιουργήθηκε πιθανόν στο πλαίσιο του συστήματος των λογοθεσίων και ήταν σε χρήση από τον 9ο έως το 12ο αιώνα. Κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο οι πρωτονοτάριοι διατελούσαν χρέη γραμματέα του αυτοκράτορα.

στρατηγός, ο
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο τα καθήκοντα του στρατηγού ήταν πολιτικά. Στη Μέση Βυζαντινή περίοδο ο στρατηγός ήταν αξιωματούχος επικεφαλής του θέματος (στρατός και περιοχή δικαιοδοσίας)· συγκέντρωνε στα χέρια του τόσο στρατιωτική όσο και πολιτική εξουσία. Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο περιορίστηκε στο στρατιωτικό ρόλο του.

τάγματα, τα
Κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο ήταν οι στρατιωτικές μονάδες που στάθμευαν στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Τα κυριότερα ήταν των Σχολών, των Εξκουβιτών (προερχόμενα από αντίστοιχες μονάδες της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου και συγκροτημένα σε αυτοκρατορική φρουρά και κεντρικό στρατό κρούσης από τον Κωνσταντίνο Ε΄), της Βίγλας (ιδρύθηκε από την Ειρήνη την Αθηναία) και των Ικανάτων (ιδρύθηκε από το Νικηφόρο Α΄). Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο τα τάγματα τα συγκροτούσαν κατά κανόνα μισθοφόροι με επικεφαλής τον άρχοντα, δηλαδή αξιωματικό επιφορτισμένο με κάποιο από τα ανώτατα στρατιωτικά αξιώματα.

τούρμα, η
Διοικητική υποδιαίρεση του θέματος κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο, υποδιαιρούμενη με τη σειρά της σε δρούγγους και βάνδα (από το λατ. turma = ίλη ιππικού).

τουρμάρχης, ο
Πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής τούρμας, υποδιαίρεσης του θέματος.

χαρτουλάριος, ο
Από τη λέξη «χάρτης», με τη σημασία του επίσημου εγγράφου. 1. Βυζαντινό διοικητικό αξίωμα με ποικίλες κατά περιόδους αρμοδιότητες. Στην πρώιμη εποχή οι χαρτουλάριοι υπηρετούν στις μεγάλες διοικητικές υπηρεσίες, όπως του επάρχου του πραιτορίου, και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση του αρχείου. Στα Mεσοβυζαντινά χρόνια αναλαμβάνουν διάφορα πόστα στην κεντρική ή την επαρχιακή διοίκηση. Εμφανίζεται και το αξίωμα του μεγάλου χαρτουλαρίου ως επικεφαλής σεκρέτων. Από το 12ο αιώνα αναφέρονται και με στρατιωτικές αρμοδιότητες, ενώ το 13ο αιώνα ο μέγας χαρτουλάριος είναι ένα από τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα στην αυλή. 2. Εκκλησιαστικός αξιωματούχος επιφορτισμένος με την τήρηση του αρχείου, εμφανίζει πολλά κοινά και πολλές φορές συγχέεται ως προς την αρμοδιότητά του με το χαρτοφύλακα.

 
 
 
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>