Λατρείες στον Εύξεινο Πόντο

1. Γεωγραφική κατάταξη

Οι λατρείες του Εύξεινου Πόντου συμπεριλαμβάνουν τις λατρείες τεσσάρων γεωγραφικών ενοτήτων των παραλίων της Μαύρης θάλασσας. Πρόκειται ειδικότερα για τις λατρείες των βόρειων παραλίων της, της Σκυθίας των αρχαίων, με κέντρα τη νήσο Μπερεζάν, τις πόλεις Ολβία, Τύρα, Χερσόνησο Ταυρική και το κράτος του Κιμμερίου Βοσπόρου. Η δεύτερη ενότητα αφορά τα δυτικά παράλια της Μαύρης θάλασσας, στην περιοχή της Θράκης, με κέντρα τις πόλεις Ίστρια, Οδησσό, Καλλάτιδα, Μεσημβρία, Απολλωνία, Διονυσόπολιν και Τόμους. Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει τις λατρείες των μικρασιατικών αποικιών της νότιας παραλίας και ειδικότερα της Ηράκλειας, της Τίου, της Αμάστριδος, της Σινώπης, της Κερασούντος, της Τραπεζούντος και των πόλεων Αμισός και Κοτύωρα. Στην τελευταία ενότητα ανήκουν οι λατρείες των πόλεων της αρχαίας Κολχίδος, Φάσεως, Διοσκουριάδος και Πιτυούντος, στα ανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου.

2. Απόλλωνας

Η λατρεία του Απόλλωνα είχε πρωταρχική σημασία για όλες τις αποικίες του Εύξεινου Πόντου. Ο Απόλλωνας Ιατρός, προστάτης του μιλησιακού αποικισμού, λατρεύτηκε από την ίδρυση των αποικιών σε όλο τον Εύξεινο, ιδίως στις πόλεις των βόρειων και δυτικών παραλίων, με κέντρα τη νήσο Μπερεζάν, την Ολβία, το Παντικάπαιον, την Ίστρια και την Απολλωνία.1

Στην Ολβία, όπου λατρεύτηκε με την υπόσταση του Ιατρού και του Δελφινίου, υπήρξε η κύρια αστική λατρεία. Ο πρώτος, ιωνικός ναός του Απόλλωνα Ιατρού στην πόλη χρονολογείται στο γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., ενώ ο επόμενος στα τέλη του αιώνα. Αντίστοιχα, ο πρωιμότερος ναός του Απόλλωνα Δελφινίου τοποθετείται στα μέσα του 5ου αι. π.Χ.2 Η παρακμή της λατρείας και των ιερών του Απόλλωνα στην Ολβία εντάσσεται στα τέλη της Ελληνιστικής εποχής, ενώ η πλήρης παρακμή της στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, όταν καμία από τις επικλήσεις του θεού δεν απαντά πλέον στις επιγραφές.

Στον Κιμμέριο Βόσπορο ο Απόλλωνας λατρεύτηκε αρχικά μαζί με άλλες θεότητες, με εξαίρεση το Παντικάπαιον, όπου η λατρεία του κατέλαβε εξαρχής πρωτεύουσα θέση. Σε αυτό συνηγορεί και η ύπαρξη του μοναδικού για ολόκληρο το βόρειο Εύξεινο μνημειακού συγκροτήματος της θόλου του Παντικαπαίου, του τέλους του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ., απ’ όπου προέρχεται και η πρωιμότερη αναθηματική επιγραφή του Βοσπόρου στον Απόλλωνα Ιατρό.3

Με επίκεντρο τη λατρεία του Απόλλωνα Ιατρού, το β΄ τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. οι πόλεις του Βοσπόρου συνενώθηκαν σε αμφικτιονία, υπό την ηγεμονία των Αρχαιανακτιδών. Στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. στο Παντικάπαιον χτίζεται ο μνημειακός ναός του Απόλλωνα4 ως κεντρικός ναός της αμφικτιονίας. Στο διάκοσμό του ανήκει πιθανότατα και ένα ανάγλυφο τοπικής παραγωγής από το Παντικάπαιον, του 475-450 π.Χ., όπου ο θεός παριστάνεται ως ηγεμόνας.

Μετά τη συγκρότηση κράτους από τους Σπαρτοκίδες η λατρεία του στην περιοχή αυτή εξελίχθηκε σε κρατική. Χαρακτηριστική ένδειξη του ρόλου της στον Κιμμέριο Βόσπορο αποτελεί το γεγονός ότι οι Σπαρτοκίδες ήταν ιερείς του ναού του Απόλλωνα. Σημαντικό στοιχείο της πολιτικής των Σπαρτοκιδών υπήρξε η εισαγωγή της λατρείας του θεού στις προσαρτημένες στο κράτος πόλεις, όπου οικοδόμησαν ή αναδιοργάνωσαν τα ιερά του.5 Η παρακμή της λατρείας αρχίζει από την Ελληνιστική εποχή και ολοκληρώνεται στα Πρώιμα Ρωμαϊκά χρόνια.

Στη Χερσόνησο η λατρεία του Απόλλωνα κατέλαβε σημαντική θέση κατά την Ελληνιστική εποχή, την περίοδο της διεύρυνσης των σχέσεων της πόλης με τη Δήλο και τους Δελφούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2ο αι. π.Χ. οι Δελφοί τής παρέχουν το προνόμιο της προμαντείας.6 Σε αυτή την περίοδο ανάγεται πιθανότατα η ίδρυση στην περιοχή ιερού του θεού, ενώ διαδεδομένη εμφανίζεται επίσης η οικιακή λατρεία της απολλώνειας τριάδας.7 Η λατρεία του Απόλλωνα συνεχίστηκε στη Χερσόνησο και στα Ρωμαϊκά χρόνια. Τον 1ο αι. π.Χ. ο θεός παριστάνεται στα νομίσματα της Χερσονήσου, ενώ αυξάνεται και ο αριθμός των σχετικών με τον Απόλλωνα θεοφόρων ονομάτων.8

Άλλο σημαντικό κέντρο της λατρείας του Απόλλωνα ήταν η Ίστρια. Σε αναθηματική επιγραφή του β΄ τετάρτου του 5ου αι. π.Χ. από την Ολβία, ο Απόλλωνας Ιατρός αναφέρεται ως ηγεμόνας της Ίστριας.9 Στην ακρόπολη της πόλης, όπως και στην Ολβία, υπήρχαν δύο τεμένη αφιερωμένα στο θεό, το αρχαιότερο εκ των οποίων στον Απόλλωνα Ιατρό.10

Στην Καλλάτιδα, που ιδρύθηκε πιθανότατα έπειτα από χρησμό των Δελφών,11 ο Απόλλωνας λατρεύτηκε κυρίως ως Πύθιος,12 όπως άλλωστε και σε άλλες μεγαρικές πόλεις. Πρωτεύων ήταν και ο ρόλος του ναού του, που λειτούργησε ως το κύριο αρχείο του άστεως.

Ως Πύθιος λατρευόταν ο Απόλλωνας και στη Μεσημβρία,13 όπου έχουν βρεθεί δύο ναοί του, ο ένας στο λιμάνι και ο άλλος στην αγορά της πόλης.14 Από τις επιγραφές γνωρίζουμε ότι στο ναό του Απόλλωνα στη Μεσημβρία εκτίθεντο τα επίσημα ψηφίσματα της βουλής και του δήμου.15

Στην Απολλωνία Ποντική, που φέρει το όνομά του, η λατρεία του Απόλλωνα καταλαμβάνει κεντρική θέση. Από την ίδρυση της πόλης υπήρχε εδώ σημαντικός ναός του θεού16 με κολοσσικό άγαλμα, έργο του Αθηναίου γλύπτη Κάλαμη.17 Ο Απόλλωνας Ιατρός αναφέρεται ως η κύρια αστική θεότητα σε τρεις επιγραφές της Απολλωνίας, ενώ παραστάσεις του υπάρχουν στα νομίσματα της πόλης, από τον 4ο αι. π.Χ. έως και τον 1ο αι. μ.Χ.18

Επιγραφικές μαρτυρίες του 5ου αι. π.Χ. 19 πιστοποιούν την παρουσία της απολλώνειας λατρείας και στην Οδησσό, όπου αυτή την περίοδο υπήρχε ναός του Απόλλωνα Δελφινίου20 και απ’ όπου προέρχεται κεφαλή του αγάλματος του θεού.21

Και στους Τόμους, όπως δείχνουν τα πρωιμότερα νομίσματα, ο Απόλλωνας ήταν η κύρια αστική θεότητα. Τον τίτλο του ιερέα, όπως ακριβώς και στη Μίλητο, τον έφερε ο επώνυμος άρχων της πόλης.22

Στη Φάσιν ο ναός του θεού χρονολογείται στα τέλη του 6ου ή στον 5ο αι. π.Χ. Η λατρεία του έπαιζε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, αν κρίνουμε από την επιγραφή «Απόλλωνος Ήγεμόνος είμ τõμ Φάσι» σε αργυρή φιάλη του τέλους του 5ου με αρχές του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε στην περιοχή του Κουμπάν.23 Στην Αμισό, απ’ όπου προέρχονται ειδώλια που αναπαριστούν το θεό, εμφανής είναι η επιρροή της Μιλήτου. Εδώ, τον 1ο αι. π.Χ. υπήρχε ναός του Απόλλωνα Διδυμαίου.24

3. Άρτεμη

Στη διάδοση της λατρείας της θεάς Άρτεμης στις πόλεις του Εύξεινου Πόντου, πλην της παραδοσιακής σύνδεσής της με τον Απόλλωνα, συνέβαλαν οι μυθολογικές παραδόσεις που σχετίζονταν με την ένταξη των νέων εδαφών στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, οι σχέσεις των αποικιών με τις μητροπόλεις τους και άλλες ελληνικές πόλεις της λεκάνης της Μεσογείου, καθώς και οι τοπικές συνθήκες.

Στη νήσο Μπερεζάν και στην Ολβία τη συναντάμε ως Βραυρωνία.25 Στην Ολβία, όπου απαντά επίσης ως Πυθία, Εφεσία, Δελφινία και Αγροτέρα, η λατρεία της δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, τουλάχιστον έως την Ελληνιστική εποχή.26 Επιγραφικά το 2ο αι. π.Χ. μαρτυρείται εδώ ιερό της Άρτεμης,27 ενώ την ίδια περίοδο η θεά απεικονίζεται και στα νομίσματα της πόλης.28

Στον Κιμμέριο Βόσπορο απαντά το γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., στο Παντικάπαιον, ως Εφεσία.29 Τον 4ο αι. π.Χ. ιερά της υπήρχαν στην Ερμώνασσα και στη Γοργιππία.30 Εν γένει, στον Κιμμέριο Βόσπορο η Άρτεμη παρέμεινε στενά συνδεδεμένη με τον Απόλλωνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., στη Φαναγόρεια, υπήρχε ναός της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού, με την επίκληση Αγροτέρα.31

Στη Χερσόνησο Ταυρική η Άρτεμη λατρευόταν από την ίδρυση της πόλης στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. και έως τα Ρωμαϊκά χρόνια, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη διαμόρφωση της λατρείας της Παρθένου, της κύριας τοπικής θεότητας της πόλης.32 Δεν αποκλείεται από τον 4ο αι. π.Χ. η θεά να λατρευόταν εδώ σε κοινό ιερό, μαζί με τη Λητώ και τον Απόλλωνα. Με το όνομά της συνδέονται η παρουσία του μήνα Ευκλείου στο ημερολόγιο της Χερσονήσου,33 τα σχετικά με αυτήν ονόματα που απαντούν στις επιγραφές και οι παραστάσεις της στα νομίσματα, τα ειδώλια και αλλού.34

Πιθανότατα η λατρεία της εκτεινόταν σε όλα τα θρακικά παράλια. Στην Ίστρια ήταν συνυφασμένη με του Απόλλωνα, με τον οποίο, όπως και με το Δία, παριστάνεται σε ανάγλυφο του 4ου αι. π.Χ.35 Η ύπαρξη μήνα με το όνομά της, καθώς και οι παραστάσεις των νομισμάτων μαρτυρούν τη λατρεία της και στην Καλλάτιδα.36 Από εδώ προέρχεται και η αναθηματική επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. στη Λητώ και την κόρη της, η οποία αναφέρεται μόνο με την επίκληση Παρθένος.37 Ποικίλες παραστάσεις της θεάς στην Καλλάτιδα μαρτυρούν ότι η λατρεία της έπαιζε σημαντικό ρόλο σε αυτή την πόλη.38 Στην Απολλωνία λατρευόταν ως Βραυρωνία και Πυθία.39

Στην Οδησσό τη συναντάμε κατά τον 4ο αι. π.Χ. με την επίκληση Φώσφορος. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λατρευόταν μαζί με την τοπική θεότητα, τον ήρωα Καραβασμό, σε κοινό ιερό.40 Τη στενή σχέση της με τη λατρεία του Απόλλωνα αναδεικνύουν οι επιγραφές της Διονυσοπόλεως.41

Η παράσταση της απολλώνειας τριάδας στα νομίσματα της Φάσεως στην Κολχίδα αποτελούν κατά μία άποψη πιθανή ένδειξη της παρουσίας στην περιοχή της λατρείας της σε στενή σχέση με τον Απόλλωνα.42 Από τις πηγές γνωρίζουμε για την ύπαρξη κοντά στη Φάσιν ιερού της Φασιανής Άρτεμης.43

4. Αφροδίτη

Η λατρεία της Αφροδίτης ανήκει στις αρχαιότερες λατρείες του Εύξεινου Πόντου. Ακολουθώντας τη μικρασιατική παράδοση και διατηρώντας ως επί το πλείστον τον αριστοκρατικό χαρακτήρα της, η θεά λατρεύτηκε στον Εύξεινο κυρίως ως Ουρανία.

Στη νήσο Μπερεζάν λατρευόταν ως Συρία στα Αρχαϊκά χρόνια.44 Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες αποκάλυψαν εδώ τέμενος του β΄ μισού του 6ου αι. π.Χ. με μικρό ναό και βωμό, που ερμηνεύεται, βάσει των ευρημάτων, ως τέμενος της Αφροδίτης Ουρανίας. Το τέμενος και ο ναός λειτούργησαν έως τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Η σύντομη περίοδος χρήσης του ναού συνδέεται με τη μετακίνηση του πληθυσμού της νήσου στην Ολβία, όπου ταυτόχρονα παρατηρείται ενδυνάμωση της λατρείας της.45

Στην Ολβία η Αφροδίτη λατρεύτηκε κυρίως ως Εύπλοια και Ποντία. Ο κλειστού τύπου αρχαϊκός ναός της αποκαλύφθηκε στο χώρο του δυτικού τεμένους της πόλης, απ’ όπου προέρχεται πληθώρα ευρημάτων, όπως εγχάρακτες επιγραφές, ειδώλια κ.ά.46

Έχουμε ορισμένα στοιχεία για την παρουσία της λατρείας της θεάς και στην Τύρα.47

Στον Κιμμέριο Βόσπορο ιδιαίτερα διαδεδομένη εμφανίζεται η λατρεία της Αφροδίτης ως Ουρανίας, που κατά μία άποψη ήταν η προστάτιδα θεά του αποικισμού της περιοχής.48 Τα κύρια κέντρα λατρείας της επικεντρώνονται στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Τα πρωιμότερα από αυτά εντοπίστηκαν στις πόλεις Φαναγόρεια και Κήποι. Ο ρόλος της λατρείας της εδώ από τα πρώιμα κιόλας χρόνια φαίνεται και από τη στενή σχέση της με τον Απόλλωνα, λόγω του αριστοκρατικού χαρακτήρα και του συσχετισμού της με τις αρχές της πόλης.49 Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με επιγραφή του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ., η παραδοσιακά συνδεόμενη με τη λατρεία του Απόλλωνα οικογένεια των Μόλπων συμμετείχε στους Κήπους στη λατρεία της Αφροδίτης.50 Στην εκεί λατρεία της οφείλεται μάλιστα, κατά την άποψη ορισμένων μελετητών, η ονομασία Αφροδίτη εν Κήποις.

Το σημαντικότερο κέντρο της λατρείας της Αφροδίτης Ουρανίας στον Κιμμέριο Βόσπορο ήταν το γνωστό από τις πηγές ιερό Απάτουρον,51 το οποίο οι μελετητές κατατάσσουν στα ιερά ανοιχτού τύπου.52 Για τη θέση του δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων.53

Στις πόλεις του ευρωπαϊκού Βοσπόρου η Αφροδίτη λατρευόταν αρχικά μαζί με άλλες θεότητες, κυρίως στο πλαίσιο της λαϊκής θρησκείας. Σε αυτό συνηγορεί η επίκληση Πάνδημος. Απεικονίσεις της Αφροδίτης Πανδήμου βρίσκουμε σε ειδώλια και πήλινα πλακίδια.54

Με την οργάνωση από τους Σπαρτοκίδες ενιαίου κράτους παρατηρούμε την αναβάθμιση της λατρείας της θεάς στις πόλεις του ευρωπαϊκού Βοσπόρου. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Νυμφαίου, όπου από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ., μετά την προσάρτηση της πόλης στο κράτος, η Αφροδίτη εμφανίζεται ως η επίσημη πάρεδρος του Απόλλωνα, της κύριας θεότητας του Βοσπόρου, και αποτελεί πιθανότατα τη δεύτερη επίσημη αστική λατρεία. Στα Ελληνιστικά χρόνια η λατρεία της εμφανίζεται επίσης στο Κύταιον και στο Μυρμήκιον.55

Ταυτόχρονα η λατρεία της Αφροδίτης ενισχύεται από τους Σπαρτοκίδες και στον ασιατικό Βόσπορο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επιγραφές του 4ου αι. π.Χ. η Αφροδίτη Ουρανία αναφέρεται ως Απατούρου μεδέουσα.56 Στη Γοργιππία, απ’ όπου προέρχεται πληθώρα μαρμάρινων και πήλινων ειδωλίων της περιόδου αυτής, συγκαταλέγεται στις επίσημες λατρείες της πόλης. Μάλιστα, στο μεταίχμιο του 1ου και 2ου αι. μ.Χ. οικοδομείται στην περιοχή ναός αφιερωμένος στην Αφροδίτη Ναυαρχίδα.57

Στη δωρική Χερσόνησο Ταυρική η Αφροδίτη λατρεύτηκε από την Ελληνιστική εποχή έως και το τέλος της Αρχαιότητας ως χθόνια θεότητα και θεά του έρωτα.58 Ορισμένοι μελετητές κατατάσσουν την εκεί λατρεία της στις οικιακές λατρείες.59 Η λατρεία της επισημοποιείται την περίοδο του β΄ μισού του 2ου με αρχές του 3ου αι. μ.Χ., όταν στη Χερσόνησο χτίζεται ο ναός της θεάς.60

Στην Ίστρια η λατρεία της Αφροδίτης απαντά ήδη από τα Αρχαϊκά χρόνια.61 Και εδώ εμφανίζεται στενά συνδεδεμένη με την ανδρική αστική λατρεία, στην προκειμένη περίπτωση του Δία. Το ιερό της, του 6ου αι. π.Χ., λειτούργησε έως το τέλος της Αρχαιότητας. Εντυπωσιάζουν και οι διαστάσεις του εν παραστάσι ναού, που ακολουθεί τα μικρασιατικά πρότυπα.62 Από το χώρο του προέρχονται επιγραφές και πληθώρα αρχιτεκτονικών μελών, συμπεριλαμβανομένων και τμημάτων κεραμικού διακόσμου.63

Στην Απολλωνία, απ’ όπου σώζονται ειδώλια της Αφροδίτης του β΄ μισού του 5ου αι. π.Χ.64 και όπου βρέθηκαν τα θεμέλια του ναού της, η Αφροδίτη λατρευόταν, τουλάχιστον στα Κλασικά χρόνια, ως Συρία, όπως μαρτυρούν και οι επιγραφικές μαρτυρίες που έχουν σωθεί.65

Στη Μεσημβρία τον 1ο αι. μ.Χ. η Αφροδίτη λατρευόταν μαζί με το Διόνυσο.66 Ορισμένα στοιχεία για την παρουσία της λατρείας της βρέθηκαν επίσης στην Αμισό, στα ρωμαϊκά νομίσματα της οποίας σώζονται παραστάσεις της.67

5. Δήμητρα και Κόρη

Στον Εύξεινο Πόντο η λατρεία της Δήμητρας εισήχθη από την Ιωνία, όπως δείχνει η ιωνική προέλευση των περισσότερων αρχαϊκών πήλινων ειδωλίων της θεάς, που βρέθηκαν στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου.68 Η διάδοση της λατρείας της συνδέεται άμεσα με τη γεωργία, η οποία αποτελούσε μια από τις βασικότερες πηγές εσόδων των παρευξείνιων πόλεων. Η θεά λατρεύτηκε από τα Αρχαϊκά χρόνια στα αστικά ιερά, κυρίως όμως στα ιερά της χώρας των πόλεων, συχνά μαζί με άλλες θεότητες.

Στην Ολβία από την Αρχαϊκή εποχή η λατρεία της συνδέθηκε με εκείνη των ελευσίνιων θεοτήτων (Δήμητρα, Περσεφόνη-Κόρη, Τριπτόλεμος). Τα πρωιμότερα ειδώλια που αναπαριστούν τη θεά χρονολογούνται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ.69 Ορισμένα που παριστάνουν χοίρους και άλλα σε μορφή φαλλών αναδεικνύουν τις χθόνιες πλευρές της λατρείας της.70 Η ακμή της λατρείας της Δήμητρας στην περιοχή τοποθετείται στον 4ο αι. π.Χ., την περίοδο της ανάπτυξης του εμπορίου σιτηρών με την Αθήνα.71

Στον Κιμμέριο Βόσπορο η λατρεία της θεάς απαντά από την Αρχαϊκή εποχή έως τα Πρώιμα Ρωμαϊκά χρόνια. Στην ακρόπολη του Παντικαπαίου υπήρχε πιθανότατα αρχαϊκός ναός της θεάς, η ύπαρξη του οποίου στα Κλασικά χρόνια επιβεβαιώνεται από ανάγλυφη παράσταση πομπής προς τιμήν της, σε μαρμάρινη βάση βωμού του τέλους του 5ου αι. π.Χ.,72 και από αναθηματική επιγραφή του 4ου αι. π.Χ.73

Άλλο κέντρο λατρείας της Δήμητρας στον Κιμμέριο Βόσπορο ήταν το Νυμφαίον, όπου η λατρεία της αποτελούσε αρχικά την κύρια αστική λατρεία. Το ιερό της, του β΄ τετάρτου του 6ου αι. π.Χ., είναι το πρωιμότερο όλης της περιοχής του Εύξεινου Πόντου. Καταστράφηκε πιθανόν από φυσικά αίτια και στη θέση του, στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., χτίστηκε ένας νέος πρόστυλος ναός από ωμόπλινθους, τον οποίο αργότερα αντικατέστησε τρίτος ναός, των μέσων του 5ου αι. π.Χ., ο οποίος και διατηρήθηκε έως τα τέλη του 3ου αι. π.Χ.74

Στις πόλεις του ασιατικού Βοσπόρου η ανάπτυξη τον 4ο αι. π.Χ. της λατρείας της Δήμητρας συνδέεται με το ρόλο του εμπορίου σιτηρών στην οικονομία του κράτους. Σε τοιχογραφία του τύμβου Μπολσάγια Μπιζνίτσα του 4ου αι. π.Χ., πλησίον της Φαναγόρειας, όπου ενταφιάστηκαν δύο ιέρειες της Δήμητρας, απεικονίζεται κεφαλή της θεάς στεφανωμένη με λουλούδια.75

Ιερά της Δήμητρας συναντάμε κυρίως στη χώρα των πόλεων. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες αποκάλυψαν στον Κιμμέριο Βόσπορο, στον οικισμό Μπερεγκοβόγιε 4 και στη χερσόνησο Φοντάλοβσκι ένα ιερό αγροτικού τύπου (τέλη 6ου - α΄ μισό 5ου αι. π.Χ.), το οποίο έπειτα από σύντομη διακοπή επαναλειτούργησε από τον 4ο έως τον 1ο αι. π.Χ.76 Υστερότερο ιερό της Δήμητρας και της Κόρης με ναό και βωμούς αποκαλύφθηκε πλησίον του οικισμού Γκενεράλσκογιε Βοστότσνογιε, το οποίο χρονολογείται από τον 3ο αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ.77

Από τα τέλη της Ελληνιστικής εποχής η λατρεία της Δήμητρας απόκτησε επίσημο χαρακτήρα.78 Στον 1ο αι. μ.Χ. χρονολογείται ο λεγόμενος «λίθινος τάφος της Δήμητρας», κοντά στο Παντικάπαιον, γνωστός για τις τοιχογραφίες που απεικονίζουν μυθολογικές παραστάσεις συνδεόμενες με την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, καθώς και την κεφαλή της Δήμητρας.79

Η λατρεία της Δήμητρας μαρτυρείται και σε άλλες πόλεις του Εύξεινου Πόντου. Στην Απολλωνία βρέθηκαν πήλινα ειδώλια της θεάς, τα οποία χρονολογούνται στο β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ.80 Παρούσα ήταν η λατρεία της και στη Μεσημβρία,81 όπου σε επιγραφή του 4ου-3ου αι. π.Χ. μνημονεύεται κάποια ιέρεια της θεάς.82 Στην Καλλάτιδα, όπως και σε πολλές άλλες μεγαρικές πόλεις, η Δήμητρα λατρεύτηκε ως Μαλοφόρος.83 Πιθανότατα σε αυτήν ήταν αφιερωμένο το ιερό που αποκάλυψαν πρόσφατες ανασκαφές στην Οδησσό.84 Κατά πάσα πιθανότητα, ναός της Δήμητρας υπήρχε στην Οδησσό ήδη από τα Αρχαϊκά χρόνια.85 Από τον 5ο έως τον 3ο αι. π.Χ. αρχαιολογικά επιβεβαιώνεται η παρουσία της λατρείας της Δήμητρας στη Διοσκουριάδα.86

6. Αθηνά

Εν γένει, η λατρεία της Αθηνάς στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Στην παρουσία της λατρείας της στην περιοχή, πλην των μιλησιακών παραδόσεων, σημαντικό ρόλο έπαιξε η προώθηση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων της Αθήνας στη λεκάνη της Μαύρης θάλασσας.

Στη νήσο Μπερεζάν υπάρχουν επιγραφικές μαρτυρίες της λατρείας της του τέλους του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ. Στην Ολβία η λατρεία της μαρτυρείται από την Αρχαϊκή εποχή έως και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Δεν αποκλείεται αρχικά να λατρεύτηκε εδώ μαζί με το Δία.87 Από το β΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. στην ανάπτυξη της λατρείας της συνέβαλε το γεγονός ότι η Ολβία υπήρξε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Την περίοδο αυτή παραστάσεις της θεάς εμφανίζονται στα νομίσματα της πόλης, ενώ υπάρχει και επιγραφική μαρτυρία για την παρουσία ιερέα της Αθηνάς. Κατά την Ύστερη Ελληνιστική περίοδο η θεά παριστάνεται ως προστάτιδα, κυρίως στα ειδώλια και σε γλυπτά έργα, ορισμένα από τα οποία επαναλαμβάνουν τον τύπο του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου, έργο του Φειδία. Στο 2ο αι. μ.Χ. χρονολογείται μαρμάρινο ανάγλυφο με παράσταση της Αθηνάς με δόρυ και αιγίδα στο στήθος. Πρόκειται ωστόσο για μία από τις ελάχιστες παραστάσεις της θεάς αυτής της περιόδου.88

Αντίθετα με την Ολβία, στην Τύρα τα Ελληνιστικά χρόνια η Αθηνά εμφανίζεται ως η κύρια θεότητα. Παραστάσεις της απεικονίζονται στα νομίσματα.89

Στον Κιμμέριο Βόσπορο τα στοιχεία για την παρουσία της λατρείας της Αθηνάς σχεδόν απουσιάζουν. Την περίοδο των αναπτυγμένων σχέσεων των πόλεων του Βοσπόρου με την Αθήνα εμφανίζονται έργα τέχνης που σχετίζονται με τη λατρεία της Αθηνάς. Σε αυτά ανήκουν οι παναθηναϊκοί αμφορείς με παραστάσεις της θεάς που έχουν βρεθεί στον Κιμμέριο Βόσπορο. Πρόκειται για έπαθλα αγώνων που διεξάγονταν στην Αθήνα κατά τη γιορτή των Παναθηναίων, στους οποίους συμμετείχαν Βοσπορίτες.90 Στα γνωστότερα έργα τέχνης της περιοχής συγκαταλέγονται τα χρυσά σκουλαρίκια του τέλους του 5ου αι. π.Χ. από τον τύμβο Κουλ Ομπά, που απεικονίζουν την κεφαλή του αγάλματος της Αθηνάς Παρθένου του Φειδία. Τον 5ο-4ο αι. π.Χ. παραστάσεις της θεάς έχουν βρεθεί και στους τύμβους του Νυμφαίου.91 Αναζωπύρωση της λατρείας της παρατηρείται μόνο κατά την Ελληνιστική εποχή. Το α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ. απεικονίζεται στα νομίσματα.92

Στη Χερσόνησο Ταυρική η λατρεία της Αθηνάς απαντά από τον 4ο αι. π.Χ., κατά την περίοδο των αναπτυγμένων σχέσεων της πόλης με την Αθήνα. Τη συναντάμε ως Σώτειρα σε επιγραφή σε βάση χάλκινου αγάλματος του 4ου αι. π.Χ.93 Αν και το άγαλμα αυτό, φιλοτεχνημένο από τον Αθηναίο γλύπτη Πολυκράτη, δε σώζεται, υπολογίζεται ότι επρόκειτο για μνημειακών διαστάσεων έργο, το ύψος του οποίου ξεπερνούσε τα 5 μ.94 Έχει εκφραστεί και η υπόθεση ότι κοσμούσε το ναό της θεάς του 3ου αι. π.Χ., δωρικού ρυθμού, πρόστυλο ή αμφιπρόστυλο, λείψανα του οποίου αποκαλύφθηκαν στη βορειοανατολική περιοχή της πόλης, στο ακρωτήριο που δεσπόζει της εισόδου στο λιμάνι.95 Για μικρό χρονικό διάστημα, κατά το β' τέταρτο του 2ου αι. π.Χ. παραστάσεις της εμφανίζονται στα νομίσματα της πόλης.96

Παρούσα ήταν η λατρεία της Αθηνάς και στην Ίστρια, όπου παριστάνεται στα νομίσματα. Με την επίκληση Σωτήρ εικάζεται ότι η θεά καταλάμβανε πιθανότατα σημαντική θέση και στη Μεσημβρία, απ’ όπου προέρχεται αναθηματική επιγραφή του 1ου αι. π.Χ., η οποία συνδέεται με τη νίκη της Μεσημβρίας στη σύρραξη με τα στρατεύματα του Βιριβίστα.97

Στην Οδησσό, σε βάση αγάλματος του 3ου-2ου αι. π.Χ., τη συναντάμε με τις επικλήσεις Παγκράτιος και Νικηφόρος.98 Διαδεδομένη εμφανίζεται η λατρεία της στην Αμισό, όπου τον 5ο αι. π.Χ. στάλθηκαν Αθηναίοι κληρούχοι. Το σημαντικό ρόλο της σε αυτή την πόλη τον μαρτυρούν τα νομίσματα.99

7. Διόνυσος

Η λατρεία του Διονύσου, που συνδέεται κυρίως με την αμπελουργία, αναπτύχθηκε στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου ιδίως από τα τέλη της Κλασικής εποχής και εντάχθηκε γρήγορα, υπό την επιρροή και της φιλοσοφίας, στον κύκλο των σημαντικότερων αστικών λατρειών.

Στην Ολβία η παρουσία της διονυσιακής λατρείας μαρτυρείται από τις επιγραφές ήδη από τον 6ο αι. π.Χ.100 Επιβεβαιώνεται ότι, όπως και στη Μίλητο, τελούνταν εδώ, εκτός της γιορτής των Διονυσίων, τα Λήναια και τα Ανθεστήρια.101 Χαρακτηριστικό στοιχείο της λατρείας του Διονύσου στην Ολβία είναι η επικέντρωσή της εντός της πόλης. Τη διάδοσή της στην περιοχή τη μαρτυρούν μεταξύ άλλων η ποικιλία και ο αριθμός των σχετικών θεοφόρων ονομάτων, καθώς και η πληθώρα πήλινων ειδωλίων του θεού.102

Η παρακμή της λατρείας του Διονύσου στην Ολβία τοποθετείται στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Διονυσιακές παραστάσεις απαντούν αυτή την περίοδο σχεδόν αποκλειστικά στα εισαγόμενα ανάγλυφα αγγεία ιδίως από τη Μικρά Ασία, τα οποία συχνά χρησιμοποιούνταν ως ταφικά κτερίσματα, παραπέμποντάς μας στη χθόνια πλευρά της διονυσιακής λατρείας.103

Από τα Ελληνιστικά χρόνια είναι διαδεδομένη η λατρεία του θεού στην Τύρα, ιδίως μετά την ένταξη της πόλης στη ρωμαϊκή επαρχία της Κάτω Μυσίας.104 Την ίδια περίοδο στην περιοχή αυτή αναπτύχθηκε και η χθόνια, θρακικής πιθανότατα προέλευσης, λατρεία του Διονύσου Σαβαζίου.105

Στο Παντικάπαιον του Κιμμερίου Βοσπόρου, νότια της ακρόπολης, αποκαλύφθηκε ιερό του Διονύσου, από το οποίο προέρχεται μαρμάρινο άγαλμα του θεού του 4ου αι. π.Χ., η παράσταση του οποίου απαντά και στα νομίσματα του Βοσπόρου του 1ου αι. π.Χ. Στο χώρο του ναού βρέθηκε επίσης πληθώρα θραυσμάτων από αγάλματα, πιθανόν αναθήματα. Κατά μία άποψη, πλησίον του ιερού είχε ανεγερθεί και το θέατρο του Παντικαπαίου, στο οποίο αναφέρονται ο Πολύαινος και ο Αθηναίος.106 Με τη λατρεία του Διονύσου συνδέεται και το ανάγλυφο αθηναϊκής παραγωγής του 4ου αι. π.Χ. με παράσταση Σιληνού από το Παντικάπαιον.107 Η διάδοση της λατρείας του Διονύσου στο Παντικάπαιον και εν γένει στον Κιμμέριο Βόσπορο την περίοδο του 4ου αι. π.Χ. σχετίζεται με τον κεντρικό ρόλο της λατρείας του Απόλλωνα στο κράτος και με τη σχέση των δύο θεών. Σύμφωνα με επιγραφή του Παντικαπαίου του 4ου αι. π.Χ., ο Διόνυσος λατρεύτηκε εδώ ως Άρειος.108

Στο Νυμφαίον του Κιμμερίου Βοσπόρου τον 4ο αι. π.Χ. ο Διόνυσος λατρεύτηκε μαζί με τον Απόλλωνα και την Αφροδίτη στο κεντρικό λατρευτικό συγκρότημα της πόλης, απ’ όπου προέρχεται αναθηματική επιγραφή του επιστυλίου της εισόδου στο τέμενος.109 Η αναφορά στην επιγραφή του αξιώματος του αγωνοθέτη δείχνει ότι εδώ διεξάγονταν αγώνες προς τιμήν του Διονύσου. Ο συσχετισμός του με τις δύο προαναφερόμενες θεότητες αναφέρεται επανειλημμένα από αρχαίους συγγραφείς. Η παρουσία της λατρείας του στο Νυμφαίον αποτελεί ένδειξη της γενικότερης έκτασης του διονυσιακού κινήματος, μαζί και της προσπάθειας ελέγχου του μέσω της νομιμοποίησης της διονυσιακής λατρείας, πρακτική την οποία πρώτοι εφάρμοσαν οι Δελφοί. Ταυτόχρονα, φανερώνει και την αρχή της κρίσης της απολλώνειας λατρείας, η οποία ακολούθησε την παρακμή της πόλης.

Στη Χερσόνησο η λατρεία του Διονύσου μπορεί να χαρακτηριστεί κυρίως οικιακή, αν και στο θεό αποδίδονταν τιμές, όπως συνηθιζόταν, στη γιορτή των Διονυσίων, ενώ υπήρχε και ναός του, ο οποίος παρέμεινε σε λειτουργία έως το 2ο αι. μ.Χ.110 Η χθόνια πλευρά της λατρείας του ήταν επίσης γνωστή στη Χερσόνησο, ιδίως κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.111

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο έπαιζε η λατρεία του Διονύσου στις πόλεις του δυτικού Εύξεινου Πόντου. Από τον 4ο αι. π.Χ. το σημαντικότερο κέντρο λατρείας του θεού στον Εύξεινο ήταν αναμφίβολα η Διονυσόπολις, που έφερε το όνομά του και στην οποία υπήρχε σημαντικό ιερό των Ελληνιστικών πιθανότατα χρόνων. Από επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. συνάγεται και η ύπαρξη εδώ αγάλματος του θεού.112 Το 2ο αι. π.Χ. πιστοποιείται επιγραφικά η παρουσία λατρευτικού συλλόγου του Διονύσου.113 Από ψήφισμα του 1ου αι. π.Χ. πληροφορούμαστε και για τη διεξαγωγή προς τιμήν του θεού εορτών και αγώνων μεταξύ των εφήβων.114

Στη Μεσημβρία η λατρεία του Διονύσου έπαιζε σημαντικό ρόλο, ενώ υπήρχε και ναός του θεού.115 Ο Διόνυσος εμφανίζεται στα νομίσματα της πόλης,116 καθώς και στις επιγραφές με τις επικλήσεις Ελευθερεύς και Εύκαρπος.117 Από τις επιγραφές γνωρίζουμε επίσης ότι στη Μεσημβρία γιορτάζονταν τα Διονύσια.118 Είναι γνωστό ότι στον εκεί ναό του Απόλλωνα εκτίθονταν τα επίσημα ψηφίσματα της βουλής και του δήμου.119

Στην Καλλάτιδα η λατρεία του Διονύσου ήταν από τις σημαντικότερες αστικές λατρείες.120 Πρωτεύουσα, και σε άμεση σχέση με την ανάπτυξη στην περιοχή των μυστηριακών λατρειών, ήταν η λατρεία του Διονύσου Ζαγρέα στην Απολλωνία.121

Στην Ίστρια η παρουσία της διονυσιακής λατρείας μαρτυρείται από επιγραφή του 2ου-3ου αι. μ.Χ., από την οποία προκύπτει η ύπαρξη ναού του Διονύσου Καρποφόρου.122 Στην Οδησσό ο Διόνυσος λατρευόταν ως Πολύκαρπος.123

Με τον κύκλο των γεωργικών θεοτήτων συνδέεται η λατρεία του Διονύσου στην Αμισό, απ’ όπου προέρχονται πήλινα ειδώλια που απεικονίζουν το Διόνυσο Ταύρο και το Διόνυσο Βότρυ.124

8. Δίας

Η λατρεία του Δία, μιλησιακής κυρίως προέλευσης, έπαιζε σημαντικό ρόλο στις περισσότερες πόλεις του Εύξεινου Πόντου. Στη νήσο Μπερεζάν πιστοποιείται επιγραφικά τον 5ο αι. π.Χ.125

Στην Ολβία καταλάμβανε σημαντική θέση ήδη από τα Αρχαϊκά χρόνια. Το ρόλο της λατρείας του μαρτυρεί η ποικιλία των επικλήσεων του θεού, η πρωιμότερη εκ των οποίων, Σωτήρ, απαντά από το γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.126 Στο χώρο του ανατολικού τεμένους της πόλης υπήρχε ιερό του β΄ μισού του 6ου αι. π.Χ. αφιερωμένο στο Δία και την Αθηνά.127

Τον 4ο αι. π.Χ., την περίοδο της ακμής της πόλης της Ολβίας, ιδιαίτερη θέση καταλάμβανε η λατρεία του Δία Σωτήρα, όπως μαρτυρούν η αναθηματική επιγραφή του δήμου των Ολβιοπολιτών, του τελευταίου τρίτου του 4ου αι. π.Χ.,128 και η μαρμάρινη βάση αγάλματος του θεού, του γ' τετάρτου του ίδιου αιώνα, με κατάλογο των ονομάτων του αφιερωμένου στο Δία Σωτήρα λατρευτικού συλλόγου των Ευρυσιβιάδων.129 Κατά μία άποψη μάλιστα διεξάγονταν εδώ και ετήσιοι αγώνες προς τιμήν του.130 Η λατρεία του Δία Σωτήρα διήρκεσε στην Ολβία τουλάχιστον έως τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.

Στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και για μικρό χρονικό διάστημα ο θεός λατρεύτηκε στην Ολβία ως Ελευθέριος.131 Στα Ελληνιστικά χρόνια τον βρίσκουμε με τις επικλήσεις Βασιλεύς, Ολύμπιος και Πολιεύς. Τους πρώτους μεταχριστινιακούς αιώνες τον συναντάμε επίσης ως Όλβιο και Άμμωνα.132

Σποραδικές επιγραφικές μαρτυρίες για τη λατρεία του Δία βρίσκουμε στις ευρωπαϊκές πόλεις του Κιμμερίου Βοσπόρου. Η πρωιμότερη προέρχεται από το Παντικάπαιον και χρονολογείται στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.,133 ενώ την ίδια περίοδο η λατρεία του πιστοποιείται στο Νυμφαίον.134 Στα τέλη της Ελληνιστικής εποχής, την περίοδο της αναγέννησης των μιλησιακών παραδόσεων, τον συναντάμε ως Γενάρχη, σε επιγραφή του Παντικαπαίου των μέσων του 1ου αι. π.Χ. και ως Σωτήρα, σε επιγραφή του Μυρμηκίου του 1ου αι. π.Χ.135 Φαίνεται ότι από τον 1ο -2ο και έως τον 3ο αι. μ.Χ. υπήρχε στο Παντικάπαιον κοινή λατρεία του Δία και της Ήρας.136

Στο Νικώνιον από την Αρχαϊκή εποχή και έως τουλάχιστον τα Κλασικά χρόνια ήταν διαδεδομένο να αποδίδουν οι κάτοικοι τιμές στο Δία Βασιλέα.137

Ως Σωτήρας ο θεός λατρεύτηκε και στη Χερσόνησο Ταυρική ιδίως από τα Ελληνιστικά χρόνια. Ο Δίας αναφέρεται πρώτος μεταξύ των θεών στον όρκο των Χερσονησιτών τον 3ο αι. π.Χ.138 και κατά τους πρώτους αιώνες η λατρεία του καταλαμβάνει στην περιοχή πρωτεύουσα θέση, όπως μαρτυρεί η επίκληση Ύπατος και η αφιέρωση σε αυτόν οχυρωματικού τείχους το 2ο αι. μ.Χ.139

Μεγάλη διάδοση παρουσιάζει η λατρεία του Δία στις πόλεις του δυτικού Εύξεινου Πόντου. Στην Ίστρια, όπου η λατρεία του έπαιζε σημαντικό ρόλο ήδη από τον 6ο αι. π.Χ., υπήρχε ναός αφιερωμένος στο Δία Πολιέα.140 Kατά την Ελληνιστική εποχή η λατρεία αυτή αποτελούσε εδώ την κύρια αστική λατρεία. Στην Ίστρια τιμούσαν το Δία και ως Όμβριο, ενώ υπήρχε και γιορτή προς τιμήν του.141

Στην Καλλάτιδα ο θεός λατρεύτηκε ως σύνναος της Αθηνάς. Στα Ελληνιστικά χρόνια οι δύο θεότητες εμφανίζονται με την κοινή επίκληση Υπερδέξιος.142 Όπως και στην Ίστρια, ο θεός λατρευόταν και στην Καλλάτιδα ως Όμβριος και του απέδιδαν τιμές με ειδική γιορτή.143

Τον Υπερδέξιο Δία λάτρευαν επίσης στη Μεσημβρία, όπου έχουν βρεθεί τα λείψανα του ναού του.144 Εδώ υπήρχε και δεύτερος ναός, αφιερωμένος στο Δία και την Ήρα, ο οποίος χρονολογείται βάσει των ευρημάτων του στον 5ο-3ο αι. π.Χ.145

9. Άλλες θεότητες

Μικρότερης διάδοσης λατρείες, διαφορετικής προέλευσης, συμπληρώνουν την ευρύτητα του πανθέου του Εύξεινου Πόντου.

Στην Ολβία, ήδη από το γ΄ τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. υπήρχαν μεταξύ άλλων ιερά του Ερμή, του Βορέα, της Μητέρας των θεών, των Διοσκούρων.146 Ο Ερμής λατρευόταν στην περιοχή ως προστάτης της οικογένειας και προς τιμήν του διοργανώνονταν, από τα Αρχαϊκά χρόνια, τα Έρμαια. Το 2ο αι. π.Χ., την περίοδο της αναβίωσης των μιλησιακών παραδόσεων, υπήρχε εδώ ιερό αφιερωμένο σε αυτόν.147

Στις τοπικές θεότητες της Ολβίας ανήκει η λατρεία του θεού ποταμού Βορυσθένη, που απεικονιζόταν συχνά στα ελληνιστικά νομίσματα της πόλης.148

Στον Κιμμέριο Βόσπορο από την Αρχαϊκή εποχή βρίσκουμε μεταξύ άλλων τη λατρεία των Καβείρων. Το ιερό και ο ναός τους στην ακρόπολη του Νυμφαίου χρονολογείται στο β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. χτίζεται εδώ νέος αψιδωτός ναός, η λειτουργία του οποίου διακόπτεται στα τέλη του 4ου με αρχές του 3ου αι. π.Χ.149

Από την Ελληνιστική περίοδο και έως και την εποχή του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα στον Κιμμέριο Βόσπορο λατρευόταν ο Ήλιος,150 την απεικόνιση του οποίου βρίσκουμε τον 3ο-2ο αι. π.Χ. στα νομίσματα του Παντικαπαίου και της Γοργιππίας.151 Τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες η λατρεία του μαρτυρείται και επιγραφικά.152

Η λατρεία του Άρη άκμασε στον Κιμμέριο Βόσπορο το 2ο αι. μ.Χ. Τότε οικοδομήθηκε και ναός αφιερωμένος στο θεό.153

Στη Χερσόνησο πρωταρχικό ρόλο έπαιζε η λατρεία της τοπικής θεότητας, γνωστής από τις πηγές ως Παρθένου. Η λατρεία της διαμορφώθηκε τον 4ο αι. π.Χ., αφομοιώνοντας ορισμένα στοιχεία από τη λατρεία της Άρτεμης και τις σχετικές με αυτή τη θεά παραδόσεις.154 Με την ίδια θεότητα συνδέθηκε και η μορφή της Ιφιγένειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ηρόδοτος ταυτίζει την ταυρική Παρθένο με την Ιφιγένεια, συνδέοντάς τη με τις ανθρωποθυσίες των Ταύρων.155

Παραστάσεις της Αρτέμιδος Παρθένου βρίσκουμε στα νομίσματα της Χερσονήσου από τον 3ο αι. π.Χ.156 Ο ρόλος της ως της κύριας αστικής λατρείας και προστάτιδας της πόλης μαρτυρείται από τις επιγραφές της περιόδου, κυρίως δε από το τιμητικό ψήφισμα προς το ΣΥΡΙΣΚΟ του 3ου αι. π.Χ. και από το ψήφισμα προς τιμήν του Διοφάντου.157 Κατά μία άποψη μάλιστα, από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες μπορούμε, βασιζόμενοι σε επιγραφικά δεδομένα, να μιλάμε για ταύτιση ή και για ενσάρκωση της έννοιας της κεντρικής εξουσίας από την κύρια θεότητα της πόλης.158

Το ιερό της Παρθένου στη Χερσόνησο δεν έχει προς το παρόν αποκαλυφθεί. Σημαντικότατο ιερό της υπήρχε πλησίον της Χερσονήσου στο ακρωτήριο Παρθένιον.159

Κατά την Ελληνιστική εποχή στη Χερσόνησο επιγραφικά μαρτυρείται ότι λατρευόταν ο Ήλιος.160 Το 2ο αι. μ.Χ. ιδιαίτερη ανάπτυξη γνώρισε εδώ η λατρεία του Ερμή ως προστάτη και σωτήρα της πόλης, ενώ διεξάγονταν και αγώνες προς τιμήν του.161 Στα Ρωμαϊκά χρόνια φτάνει στην περιοχή στο απόγειο της ακμής της η λατρεία του Ασκληπιού,162 του οποίου το ιερό του 2ου αι. μ.Χ. αναφέρεται στις επιγραφές.163 Στις τοπικές λατρείες της Χερσονήσου ανήκει και η λατρεία του θεού Χερσονάσου.164

Στην Ίστρια από τα τέλη 6ου αι. π.Χ. λάτρευαν μεταξύ άλλων την Κυβέλη,165 τον Ασκληπιό166 και τον Ελικώνιο Ποσειδώνα,167 προς τιμήν του οποίου γιόρταζαν τα Ταύρεια.168 Σε επιγραφή του 3ου αι. π.Χ. αναφέρεται ιερό των Μουσών.169 Τον 3ο αι. π.Χ. υπήρχε εδώ και λατρεία του Δήμου, το άγαλμα του οποίου εκτίθετο στην αγορά της πόλης.170 Στα νομίσματα της Ίστριας του 3ου-2ου αι. π.Χ. έχουμε παραστάσεις του Ήλιου.171

Και στη Μεσημβρία, όπως δείχνουν οι επιγραφές, έχουμε ένα ευρύτατο πάνθεο, στο οποίο ανήκουν μεταξύ άλλων, ο Ασκληπιός, η Ίσιδα, ο Σάραπις, ο Ήρωας της Σωσιπόλεως172 και ο Ερμής, ο οποίος τον 1ο αι. π.Χ. εμφανίζεται προστάτης των εφήβων.173

Στην Απολλωνία, από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. συναντάμε τη λατρεία της Κυβέλης,174 της Εστίας,175 του Ποσειδώνα Ταυρίου176 και την τοπική λατρεία της Χθόνιας Γης.177

Στην Αγχίαλο οι επιγραφές μαρτυρούν τη λατρεία των Νυμφών, θρακικής πιθανότατα προέλευσης.178

Στην Οδησσό στα Ελληνιστικά χρόνια λάτρευαν τους Καβείρους ως θεούς της Σαμοθράκης και μάλιστα στο ναό τους φυλασσόταν το αρχείο της πόλης.179 Εδώ γιόρταζαν επίσης τα Έρμαια.180 Στις τοπικές λατρείες της Οδησσού ανήκει η λατρεία του Μεγάλου θεού των Οδησσιτών, γνωστού αργότερα με το όνομα Νταρζάλας ή Ντερζέλας, που ήταν θεός της πανσπερμίας, της ευφορίας και του πλούτου, άμεσα συνυφασμένος με τη λειτουργία της πόλης ως προστάτης της, ενώ διέθετε και χθόνια χαρακτηριστικά. Απεικονίσεις του βρίσκουμε στα πήλινα ειδώλια, καθώς και στα νομίσματα από τον 4ο αι. π.Χ. έως τον 1ο αι. μ.Χ., ενώ υπάρχουν και στοιχεία για την ύπαρξη στην πόλη ναού του θεού. Στα Ρωμαϊκά χρόνια υπήρχε και γιορτή προς τιμήν του, τα Νταρζάλεια. Από τον 4ο αι. π.Χ. πλάι σε αυτόν το θεό εμφανίζεται ως πάρεδρος η Μεγάλη θεά, επίσης ως προστάτιδα της πόλης.181

Στους Τόμους, πλην του Ερμή, η παρουσία της γιορτής του οποίου πιστοποιείται επιγραφικά,182 λάτρευαν την Εστία και τον Ελικώνιο Ποσειδώνα.183

Στη Φάσιν την είσοδο της πόλης κοσμούσε, κατά τον Αρριανό, το άγαλμα της Κυβέλης.184 Σύμφωνα με τον Πομπόνιο Μέλα, στην περιοχή αυτή υπήρχε ναός και άλσος αφιερωμένο στο Φρίξο.185

Ευρύτητα παρουσιάζει και το πάνθεο της Αμισού, στα νομίσματα της οποίας κατά τον 4ο-1ο αι. π.Χ. και στη Ρωμαϊκή εποχή απεικονίζονται διάφορες θεότητες και ήρωες. Πρόκειται για παραστάσεις του Απόλλωνα, του Άρη, της Άρτεμης, του Ασκληπιού, της Αθηνάς, της Δήμητρας, του Διονύσου, του Ερμή, της Νίκης και του Δία, της Τύχης, του Περσέα, του Ηρακλή.186 Στα Ρωμαϊκά χρόνια υπήρχε στην Αμισό και λατρεία του Ποσειδώνα.187

Στη Σινώπη, όπως δείχνουν οι παραστάσεις των νομισμάτων, λατρευόταν η νύμφη (ή αμαζόνα) Σινώπη, η μυθική ιδρύτρια της πόλης.188 Εδώ λατρεύονταν επίσης ο Αυτόλυκος και ο Φλόγιος. Στο ιερό του Αυτολύκου υπήρχε μαντείο, καθώς και άγαλμά του του 4ου αι. π.Χ., το οποίο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σθένις.189 Οι δύο λατρείες φαίνεται ότι διατηρούνταν ακόμα και κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.190 Δεν αποκλείεται να υπήρχαν εδώ και λατρείες των ιδρυτών της Σινώπης ως τοπικών ηρώων, με σωτήριες ιδιότητες.191

Στις σημαντικότερες λατρείες της πόλης από τον 3ο αι. π.Χ. έως και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες ανήκε η λατρεία του Ποσειδώνα, όπως φαίνεται τουλάχιστον από τα νομίσματα. Κατά την Ελληνιστική περίοδο λατρευόταν στη Σινώπη και ο Ήλιος, όπως μαρτυρούν οι παραστάσεις της κεφαλής του στα νομίσματα του 3ου-2ου αι. π.Χ. που βρέθηκαν στην πόλη.192

10. Οι λατρείες των ηρώων

Από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του πανθέου του Εύξεινου Πόντου είναι η λατρεία ηρώων στις πόλεις της περιοχής αυτής. Η πλέον διαδεδομένη ήταν του Αχιλλέα, ο οποίος τιμήθηκε από τον 6ο αι. π.Χ. έως και τον 4ο αι. μ.Χ. ως σημαντικότατος ήρωας και θεός με σωτήριες και θεραπευτικές ιδιότητες, προστάτης της ναυτιλίας και των θαλάσσιων οδών.193 Η λατρεία του επικεντρώθηκε κυρίως στο κράτος της Ολβίας και στα δυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου.

Το πρωιμότερο ιερό του ήρωα είναι το ιερό ανοιχτού τύπου του 6ου αι. π.Χ. με α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ. στο ακρωτήριο Μπεϊκούς, που ήταν πιθανότατα το κυριότερο όλης της ευρύτερης ζώνης, συμπεριλαμβανομένης της νήσου Μπερεζάν και της Ολβίας.194

Στα σημαντικότερα ιερά του Αχιλλέα ανήκουν το ιερό του στη νήσο Λευκή, με ιερό άλσος, ξακουστό μαντείο, θεραπευτήριο, βωμούς και θησαυρούς,195 και το ιερό του στον Αχιλλειόδρομο, στη γλώσσα Τεντρόβσκαγια. Και τα δύο ιερά βρίσκονταν αρχικά υπό τον έλεγχο της Ολβίας, πολλές λατρευτικές γιορτές της οποίας, καθώς και οι ιππικοί αγώνες που διεξάγονταν εκεί, συνδέονταν με τη λατρεία του Αχιλλέα.

Το ιερό της νήσου Λευκής ιδρύθηκε στα Αρχαϊκά χρόνια. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες τοποθετούν το ναό του Αχιλλέα στο νησί στα μέσα με β΄ μισό του 6ου αι. π.Χ.196 Υπάρχει η άποψη ότι ο ιωνικός, πιθανότατα εν παραστάσι, ναός του Αχιλλέα στη Λευκή ήταν σύγχρονος του ναού του Απόλλωνα Ιατρού στην Ολβία και οικοδομήθηκε με τη συμβολή των Μιλησίων.197

Τον 4ο αι. π.Χ. στη θέση του πρώτου οικοδομείται νέος ναός, γεγονός που συνδέεται με την ακμή της Ολβίας.198 Η συμμετοχή της στην ανέγερση αυτού του ναού επιβεβαιώνεται και επιγραφικά.199 Ο τεράστιος αριθμός νομισμάτων από διάφορα κέντρα που βρέθηκε εδώ είναι ενδεικτικός τόσο της ακμής του ιερού, όσο και του ρόλου του στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής. Η παρακμή του ιερού και του μαντείου του ήρωα στη Λευκή τοποθετείται στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ.200 Η νέα περίοδος της ακμής του, που συνδέεται πλέον με τη λατρεία του Αχιλλέα ως Ποντάρχη, καλύπτει το 2ο και τον 3ο αι. μ.Χ., όταν το ιερό περιήλθε στον έλεγχο των Τόμων.

Στο δεύτερο ιερό του, στο βόρειο άκρο της γλώσσας Τεντρόβσκαγια, ο Αχιλλέας λατρεύτηκε κυρίως ως ήρωας και συνδέθηκε με την οργάνωση γυμνικών αγώνων. Σε αυτό το ιερό αναφέρεται μεταξύ άλλων ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις.201

Το τρίτο κέντρο λατρείας του Αχιλλέα βρισκόταν πιθανότατα στην πόλη Αχίλλειον του ασιατικού Βοσπόρου, στην είσοδο στη Μαιώτιδα, όπου σύμφωνα με το Στράβωνα υπήρχε ιερό του ήρωα ως προστάτη των ναυτικών.202

Η λατρεία του Ηρακλή απαντά κυρίως στην Ηράκλεια Ποντική και στις αποικίες της, τη Χερσόνησο Ταυρική και την Καλλάτιδα. Η μυθολογική παράδοση τοποθετεί το σημείο της καθόδου του Ηρακλή στον Άδη στην Ηράκλεια.203 Σύμφωνα με την παράδοση, η πόλη ιδρύθηκε έπειτα από χρησμό, που συμβούλευε τους Βοιωτείς να ιδρύσουν στον Εύξεινο Πόντο πόλη αφιερωμένη στον Ηρακλή.204 Στη Χερσόνησο Ταυρική η λατρεία του Ηρακλή πιστοποιείται νομισματικά από το β΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ.205 Στην Καλλάτιδα, όπου υπήρχε και ναός αφιερωμένος στον Ηρακλή,206 ο ήρωας παρίσταται ως Κτίστης στα νομίσματα της πόλης.207

Πλην αυτών των πόλεων, η λατρεία του απαντά επίσης στην Ίστρια, όπου οι επιγραφές αναφέρουν την παρουσία αφιερωμένου σε αυτόν λατρευτικού συλλόγου208 στη Μεσημβρία, όπου ο ήρωας λατρεύτηκε κυρίως ως προστάτης των εφήβων,209 και στην Αμισό.210

Στον Εύξεινο σημαντική ήταν επίσης η λατρεία των Διοσκούρων, που απαντά στη Σινώπη, την Αμισό, την Ίστρια, την Ολβία, την Οδησσό, τη Φαναγόρεια και βέβαια στη Διοσκουριάδα της βόρειας Κολχίδας, η οποία σύμφωνα με το μύθο ιδρύθηκε από τους ίδιους τους Διοσκούρους211 ή από τους Άμφια και Κέρκια (ή Τελέχια), τους ηνιόχους τους.212 Η λατρεία των Διοσκούρων σε αυτή την πόλη διήρκεσε τουλάχιστον έως τα τέλη του 2ου αι. π.Χ., περίοδο κατά την οποία στα νομίσματα της πόλης παριστάνονται οι πόλοι των Διοσκούρων.213

Μια άλλη ιδιότυπη λατρεία, του ήρωα Σωσιπόλεως, τη συναντάμε στα τέλη της Ελληνιστικής εποχής στη Μεσημβρία, απ’ όπου προέρχεται και ανάγλυφο με παράσταση του ήρωα του 2ου-1ου αι. π.Χ.214

11. Γενικός χαρακτηρισμός των λατρειών του Εύξεινου Πόντου

Κύρια θεότητα του πανθέου του Εύξεινου Πόντου ήταν ο Απόλλωνας, προστάτης του αποικισμού, η λατρεία του οποίου συνέβαλε μεταξύ άλλων στην ευρύτατη διάδοση της λατρείας του Διονύσου, διευρύνοντας σημαντικά τις λειτουργίες του και οδηγώντας στην εμφάνιση του θεού ως Άρη και Ελευθερέα. Σημαντική θέση καταλάμβαναν επίσης ορισμένες γυναικείες λατρείες άμεσα συνδεόμενες είτε με την ίδρυση πόλεων, όπως της Αφροδίτης Ουρανίας, είτε με τις τοπικές παραδόσεις, όπως η λατρεία της Παρθένου. Η ευρεία παρουσία λατρειών ηρώων οφείλεται κυρίως στην ανάγκη της ιδεολογικής σύνδεσης του Εύξεινου Πόντου με τον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο.

Στα γενικότερα χαρακτηριστικά ανήκουν η συνύπαρξη διαφορετικών λατρευτικών παραδόσεων, με ορατή σε ορισμένες περιπτώσεις την αφομοίωση τοπικών στοιχείων. Κατά την Ελληνιστική περίοδο παρατηρείται διάσπαση των σύνθετων λατρειών με παράλληλη αναβάθμιση πανάρχαιων λατρειών ενσωματωμένων σε αυτές, φαινόμενο που συνδέεται με την ενδυνάμωση της λαϊκής θρησκείας ως αποτέλεσμα της κρίσης της αρχαίας πόλης. Η τάση για ανάδειξη σε πρωτεύουσα θέση θεοτήτων της δεύτερης μετά το Δία γενιάς είναι στοιχείο ανανέωσης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένδειξη της φθίνουσας πορείας των ελληνικών λατρειών, από την ίδρυση των αποικιών έως το τέλος της Αρχαιότητας. Στα Ρωμαϊκά χρόνια ευρεία υπήρξε η διείσδυση ποικίλλων ανατολικής προέλευσης λατρειών που διαμόρφωσαν μια τελείως διαφορετική εικόνα πανθέου, πολυεπίπεδη και πολυπολιτισμική.

Εν γένει, σημαντικός υπήρξε ο ρόλος των ελληνικών λατρειών, ενωτικός και συνδετικός για όλες τις αποικίες, που αποτέλεσαν αναπόσπαστο τμήμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου.




1. Freeman, K., Greek City States (London 1950), σελ. 137· Ehrhardt, N., Milet und seine Kolonien (Frankfurt-am-Mein – New York 1983), σελ. 201, 251· Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 31.

2. Γραφική αναπαράσταση του τελευταίου βλ. στο Пичикян, И.Р., Малая АзияСеверное Причерноморье: Античные традиции и влияния (Москва 1984), σελ. 178-179, εικ. 1, 5.

3. Толстиков, В.П., Пантикапей – столица Боспора: Очерки археологии и истории Боспора (Москва 1992), σελ. 66-67.

4. Αναπαράσταση του ναού και αρχιτεκτονικά λείψανα βλ. στο Пичикян, И.Р., Малая Азия - Северное Причерноморье: Античные традиции и влияния (Москва 1984), σελ. 160-164.

5. Βλ., για παράδειγμα, Νυμφαίον: Sokolova, O.Yu., “Nymphaion”, στο Samoylova, T.L. (επιμ.), Ancient Greek Sites in the Crimea (Kiev 2004), σελ. 102-103.

6. Тюменев, А.И., “Херсонесские этюды”, ВДИ 2 (3) (1938), σελ. 265-275· Граков, Б.Н., “Материалы по истории Скифии в греческих надписях Балканского полуострова и Малой Азии”, ВДИ 2(3) (1939), σελ. 248, αρ. 13.

7. Золотарев, М.И., “О культе божественной триады в эллинистическом Херсонесе”, στο Лазаров, М. (επιμ.), Боговете на Понта (Варна 1998), σελ. 64-66.

8. Кадеев, В.И., Херсонес Таврический: Быт и культура (Ι-ΙΙΙ вв. н.э.) (Харьков 1996), σελ. 155.

9. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 225.

10. Istria in archaischer Zeit, στο Alexandrescu, P. Schuller, W. (επιμ.), Histria: Eine Griechenstadt an der rumänischen Schwarzmeerküste, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 83, σημ. 91.

11. Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 134.

12. Hannell, Κ., Megarische studien (Lund 1934), σελ. 167, 171-172.

13. IGBR I², 315.

14. Prechlenov, H., Messambria , στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 162.

15. IGBR I², 307, 307bis, 308bis, 308undec, 312, 315.

16. IGBR I², 388, 399, 403.

17. Στράβ. 6 6.1· Αππ., Ιλλυρ. 30· Πλίν., Φ.Ι. 4.13.

18. IGBR I², 399, 400,403· Pick, B., Die antiken Münzen Nord-Griechenlands: Dacien und Moesien 1 (Berlin 1898), σελ. 167-173 και αρ. 184· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 247.

19. Hind, J., “Greek and Barbarian Peoples on the Shores of the Black Sea”, Archaeological Reports 30 (1983-1984), σελ. 74.

20. Minchev, Α., “Odessos”, στο Grammenos, D.V. Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 243.

21. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 257.

22. Bilabel, F., Die Ionische Kolonisation (Leipzig 1920), σελ. 129.

23. ИАК I (1901), σελ. 94-103· Каухчишвили, Т.С., Греческие надписи Грузии (Тбилиси 1951), σελ. XI. Για τη φιάλη αυτή βλ. Ростовцев, М.И., Скифия и Боспор (Ленинград 1925), σελ. 571.

24. Anderson, J. Cumont, F.  Grégoire, H., Studia Pontica. Recueil des inscriptions grecques et latines du Pont et de l'Arménie 3.1 (Bruxelles 1910), σελ. 29, αρ. 18· Atasoy, S., “Amisos”, στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.334, 1.363.

25. Ehrhardt, N., Milet und seine Kolonien (Frankfurt-am-Main – Bern – New York 1983), σελ. 148, 153· Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 106-107· Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 288 κ.ε.

26. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 106.

27. IOSPE I², 190.

28. Карышковский, П.О., Монеты Ольвии (Киев 1988), σελ. 97.

29. Ustinova, J., Supreme Gods of the Bosporan Kingdom: Celestial Aphrodite and the Most High God (Leiden – Boston – Köln 1999), σελ. 60.

30. CIRB, 1040, 1114.

31. CIRB, 1014.

32. Соломоник, Э.И. (επιμ.), Граффити античного Херсонеса (Киев 1978), σελ. 7.

33. IOSPE I², 403, 414.

34. Соломоник, Э.И., Новые эпиграфические памятники Херсонеса (Киев 1973), σελ. 80-81.

35. Lambrino, S., “La famille d’ Apollon a Histria”, Αρχ. Εφημ. 100 (Αθήνα 1937), σελ. 359-361. ISM I, 172.

36. Βλ., αντίστοιχα, Hannell, Κ., Megarische studien (Lund 1934), σελ. 191. Pick, B., Die antiken Münzen Nord-Griechenlands: Dacien und Moesien 1 (Berlin 1898), αρ. 303.

37. Săuciuc-Saveanu, T., “Un fragment de epigramă greacă pentru Nikasó din Kallatis”, Pontice: Muzeul de Arheologie, Costanta, Annuale 2 (1969), σελ. 245-252.

38. Канараке, В., Археологический музей в Констанце (Бухарест 1967), σελ. 54.

39. SEG ΙΙΙ, 557· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 245.

40. Minchev, A., “Odessos”, στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 244.

41. ΙGBR I², 33.

42. Лордкипанидзе, О.Д., Божества города Фасиса: (Аполлон или Аполлинарная триада?) , ВДИ 1 (1997), σελ. 32-34· Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 291.

43. Ζώσιμος 1.32.3.

44. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 104.

45. Назаров, В.В., Святилище Афродиты в Борисфене, ВДИ 1 (2001), σελ. 164· Русяева, А.С., Афродита Урания – патронесса милетско-понтийской колонизации, Боспорский феномен: Колонизация региона, формирование полисов, образование государства 1 (Санкт – Петербург 2001), σελ. 19.

46. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 103-106· Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 299-300.

47. Самойлова, Т.Л., Тира в VI-I вв. до н.э. (Киев 1988), σελ. 79.

48. Русяева, А.С., “Афродита Урания – патронесса милетско-понтийской колонизации, Боспорский феномен: Колонизация региона, формирование полисов, образование государства 1 (Санкт Петербург 2001), σελ. 20-21.

49. Sokolowski, F., “Aphrodite as Guardian of Greek Magistrates”, Harvard Theological Review 57 (1964), σελ. 1-8· Croissant, F. Salviat, F., “Aphrodite gardienne des magistrates”, BCH 90 (1966), σελ. 460-471.

50. Сокольский, М.И., Храм Афродиты в Кепах”, СА 4 (1964), σελ. 101-18· Burkert, W., Griechische Religion der archaischen und klassischen Epoche (Stuttgart – Berlin – Köln 1977), σελ. 239· Ehrhardt, N., Milet und seine Kolonien (Frankfurt am Main – Bern – New York 1983), σελ. 464· Tsetskhladze, G.R. – Kuznetsov, V.D., “On the Cult of Aphrodite in Kepoi”, στο Tsetskhladze, G.R. – Prag, A.J.N. – Snodgrass, A.M. (επιμ.), Periplous: Papers on Classical Art and Archaeology Presented to Sir John Boardman (London 2000), σελ. 353-360.

51. Εκατ. 165· Στράβ. 11.2.10· Κλ. Πτολ. 5.8.2· Πλίν., Φ.Ι. 6.18.

52. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 149.

53. Тохтасьев, С.Р., “Апатур: История боспорского святилища Афродиты”, ВДИ 2 (1986), σελ. 138-145· Зубарев, В.Г., “Античная география Европейского Боспора по Клавдию Птолемею”, Древности Боспора 1 (Mосква 1998), σελ. 79· Зубарев, В.Г., “Азиатский Боспор (Таманский полуостров) по данным античной письменной традиции”, Древности Боспора 2 (Москва 1999), σελ. 136.

54. Кобылина, М.М. (επιμ.), Терракотовые статуэтки: Пантикапей (Москва 1974), πίν. 5.5.

55. Молева, Н.В., Очерки сакральной жизни Боспора (Нижний Новгород 2002), σελ. 95-106.

56. CIRB, 971, 972, 1.111.

57. Алексеева, Е.М., Античный город Горгиппия (Москва 1997), σελ. 63-65, 184, 219.

58. Мещеряков, В.Ф., Религия и культы Херсонеса Таврического в I-IV вв. н.э. (Автореферат канд. дис. Москва 1980), σελ. 9· Иванова, А.П. Чубова, А.П. Колесникова, Л.Г., Античная скульптура Херсонеса (Киев 1976), αρ. 25-29, 33, 37-43.

59. Белов, Г.Д., “Терракоты Херсонеса, САИ Г 1-11, ч. II (Москва 1970), σελ. 70, 73· Сапрыкин, С.Ю., “Афродита с двумя эротами из Херсонеса Таврического”, Херсонесский сборник 9 (Севастополь 1998), σελ. 59-71.

60. Пичикян, И.Р., Малая Азия – Северное Причерноморье: Античные традиции и влияния (Москва 1984), σελ. 252· Крыжицкий, С.Д., Архитектура античных государств Северного Причерноморья (Киев 1993), σελ. 191-193.

61. Pippidi, D.M., Studii de istorie a religiilor antice: Texte şi interpretări (Bucureşti 1969), σελ. 44-47.

62. Alexandrescu, P., “Istria in archaischer Zeit”, στο Alexandrescu, P. Schuller, W. (επιμ.), Histria: Eine Griechenstadt an der rumänischen Schwarzmeerküste, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 56-58.

63. Zimmermann, K., “Zu den Dachterrakotten griechischer Zeit aus Histria”, στο Alexandrescu, P.  Schuller, W. (επιμ.), Histria: Eine Griechenstadt an der rumänischen Schwarzmeerküste, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 155 κ.ε.

64. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 245.

65. Nedev, D.  Panayotova, K., “Apollonia Pontica”, στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 102, 106.

66. IGBR I², 325.

67. Waddington, W.  Babelon, E.  Reinach, T., Recueil générale des monnaies grecques d’ Asie Mineure I (Paris 1925), σελ. 65, αρ. 106.

68. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 37-38.

69. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 127.

70. Русяева, А.С., Земледельческие культы в Ольвии догетского времени (Киев 1979), σελ. 41-43.

71. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 85-86.

72. Kobylina, M., La sculpture antique sur le littoral nord de la mer Noire (Moscou 1972), πίν. 4.

73. CIRB, 14.

74. Βλ., ενδεικτικά, Худяк, М.М., Из истории Нимфея VI-III вв. до н. (Ленинград 1962), σελ. 36-42· Шургая, И.Г., «Нимфей», στο Кошеленко, Г.А.  Кругликова, И.Т., Долгоруков, В.С. (επιμ.), Античные города Северного Причерноморья (Москва 1984), σελ. 63-64.

75. Гайдукевич, В.Ф., Боспорское царство (Москва Ленинград 1949), σελ. 286.

76. Завойкин, А.А., “Образы и символы Матери и Дочери в святилище элевсинских богинь на Береговом 4”, Боспорский феномен: Погребальные памятники и святилища 1 (Санкт Петербург 2002), σελ. 259-266.

77. Масленников, А.А., “Сельский теменос (?) в восточном Крыму”, ВДИ 4 (1997), σελ. 150-171.

78. P. Oros. 6.5.4.

79. Гайдукевич, В.Ф., Боспорское царство (Москва Ленинград 1949), σελ. 405-408.

80. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 245.

81. Hannell, Κ., Megarische studien (Lund 1934), σελ. 180-181. IGBR I², 342.

82. IGBR 5, 5095.

83. Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 137.

84. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 257.

85. Minchev, A., “Odessos”, στο Grammenos, D.V. Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 238.

86. Gabelia, A.N., “Dioskourias”, στο Grammenos, D.V. Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.224.

87. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 382-383.

88. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 92-95, εικ. 28.

89. Сон, Н.А., “Греческие культы Тиры первых веков нашей эры”, στο Анохин, В.А.  Бибиков, С.Н. Русяева, А.С. (επιμ.), Исследования по античной археологии Северного Причерноморья (Киев 1980), σελ. 127.

90. Гайдукевич, В.Ф., Боспорское царство (Москва Ленинград 1949), σελ. 241-242.

91. Гайдукевич, В.Ф., Боспорское царство (Москва Ленинград 1949), σελ. 277.

92. Анохин, В.А., Монетное дело Боспора (Киев 1986), αρ. 156, 161, 166, 171, 178, 178a, 181, 183-185.

93. IOSPE I², 406.

94. Трейстер, М.Ю., “Материалы к корпусу постаментов бронзовых статуй Северного Причерноморья”, Херсонесский сборник X (Севастополь 1999), σελ. 127.

95. Золотарев, М.И. Буйских, А.В., “Теменос античного Херсонеса: Опыт архитектурной реконструкции”, ВДИ 3 (1994), σελ. 78-79, 84-88.

96. Анохин, В.А., Монетное дело Херсонеса (IV в. до н.э.-XII в. н.э.) (Киев 1977), αρ. 159-163.

97. IGBR I², 326.

98. IGBR I², 300.

99. Waddington, W.  Babelon, E.  Reinach, T., Recueil générale des monnaies grecques d’ Asie Mineure I (Paris 1925), Amisos, σελ. 51, αρ. 17.

100. IOSPE I², 166· Розанова, Н.В., “Бронзовое зеркало с надписью из Ольвии”, στο Гайдукевич, В.Ф. (επιμ.), Античная история и культура Средиземноморья и Причерноморья (Ленинград 1968), σελ. 248-251· Русяева, А.С., Земледельческие культы в Ольвии догетского времени (Киев 1979), σελ. 80-81.

101. Толстой, И.И., Греческие граффити древних городов Северного Причерноморья (Москва 1953), σελ. 15-16· Русяева, А.С., Земледельческие культы в Ольвии догетского времени (Киев 1979), σελ. 80-83.

102. Русяева, А.С., Античные терракоты Северо-Западного Причерноморья VI-I вв. до н.э. (Киев 1982), σελ. 99-102· Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 99.

103. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 177-178.

104. Сон, Н.А., “Греческие культы Тиры первых веков нашей эры”, στο Анохин, В.А. Бибиков, С.Н. Русяева, А.С. (επιμ.), Исследования по античной археологии Северного Причерноморья (Киев 1980), σελ. 129· Самойлова, Т.Л., Тира в VI-I вв. до н.э. (Киев 1988), σελ. 78.

105. Зубарь, В.М., “О некоторых аспектах идеологической жизни населения Херсонеса Таврического в позднеантичный период”, στο Обряды и верования древнего населения Украины (Киев 1990), σελ. 66, 68-70.

106. Πολύαιν., Στρατηγ. 5.44. Αθήν. 8. 347D.

107. Гайдукевич, В.Ф., Боспорское царство (Москва  Ленинград 1949), σελ. 162-163.

108. CIRB, 15.

109. Ενδεικτικά βλ. Соколова, О.Ю., “Новая посвятительная надпись из Нимфея”, Hyperboreus 8.1 (Petropoli München 2002), σελ. 99-121· Sokolova, O.Y., “Nymphaion”, στο Samoylova, T.L. (επιμ.), Ancient Greek Sites in the Crimea (Kiev 2004), σελ. 96, 103-105· Тохтасьев, С.Р., “Боспор и Синдика в эпоху Левкона I”, ВДИ 3 (2004), σελ. 157-175.

110. Иванова, А.П. Чубова, А.П. Колесникова, Л.Г., Античная скульптура Херсонеса (Киев 1976), αρ. 3-4, 6-21.

111. Трейстер, М.Ю., “Бронзовая матрица з Херсонеса”, Археолог 1 (Киïв 1990), σελ. 133-137.

112. IGBR I², 20.

113. IGBR I², 22.

114. IGBR I², 14.

115. Hannell, Κ., Megarische Studien (Lund 1934), σελ. 182 κ.ε.

116. Head, B., Historia Numorum² (Oxford 1911), σελ. 248.

117. IGBR I², 351.

118. Velkov, V., “Antike Tempel in Mesambria Pontica”, Klio 52 (1970), σελ. 465-471.

119. IGBR I², 308 ter.

120. Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 138-158.

121. IGBR, I², 388 bis, 401.

122. Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 233.

123. IGBR I², 195, 351.

124. Atasoy, S., “Amisos”, στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.363-1.364.

125. Яйленко, В.П., Греческая колонизация VII-III вв. до н.э. (Москва 1982), σελ. 290-291.

126. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 55-57.

127. Карасев, А.Н., “Монументальные памятники ольвийского теменоса”, Ольвия: Теменос и агора (Москва Ленинград 1964), σελ. 113-129.

128. IOSPE Ι², 25.

129. Виноградов, Ю.Г., Политическая история Ольвийского полиса VII-I вв. до н.э. (Москва 1989), σελ. 147.

130. Русяева, А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 59.

131. Виноградов, Ю.Г., Политическая история Ольвийского полиса VII-I вв. до н.э. (Москва 1989), σελ. 136-138.

132. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 376- 377.

133. Толстой, И.И., Греческие граффити древних городов Северного Причерноморья (Москва 1953), αρ. 112.

134. Толстой, И.И., Греческие граффити древних городов Северного Причерноморья (Москва 1953), αρ. 160.

135. CIRB 29, 868.

136. CIRB 36, 76.

137. Секерская, Н.М., Античный Никоний и его округа в VI-IV вв. до н.э. (Киев 1989), σελ. 110.

138. IOSPE I2, 401.

139. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 380-381.

140. ΙSM, I.8· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 272, 275· SEG XVIII, 288· Alexandrescu, P., “Istria in archaischer Zeit”, στο Alexandrescu, P. Schuller, W. (επιμ.), Histria: Eine Griechenstadt an der rumänischen Schwarzmeerküste, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 57, 75· Avram, A., “Istria”, στο Grammenos, D.V.  Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 320.

141. Lambrino, S., “Les tribus ioniennes d’ Histria”, Istros 1 (Bucureşti 1934), σελ. 118-121. SEG I, 327· Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 206.

142. SEG XXIV, 1.031.

143. SEG I, 327· Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 206.

144. Ognenova-Marinova, L., “Mesambria Pontica”, Wiadomości archeologiczne 44.1 (Warszawa 1979), σελ. 37· Ognenova-Marinova, L., “Mesambriacos portus”, Thracia Pontica 5 (Varna 1994), σελ. 141· Velkov, V., “Zur Geschichte der Mesambria Pontica im III Jh. v.u.z.”, στο Acts of the 5-th. International Congress of Greek and Latin Epigraphy (Oxford 1971), σελ. 109-110· Prechlenov, H., “Mesambria”, στο Grammenos, D.V. Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 162.

145. Ognenova, L., Les fouilles de Mésambria, BCH 84.1 (1960), σελ. 229.

146. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 125, 128.

147. Русяева А.С., Религия и культы античной Ольвии (Киев 1992), σελ. 87-90.

148. Анохин, В.А., Монеты античных городов северо-западного Причерноморья (Киев 1989), αρ. 127-215.

149. Худяк, М.М., Из истории Нимфея VI-III вв. до н.э. (Ленинград 1962), πίν. 7.1, 8.1.

150. Βλ., για παράδειγμα, Сапрыкин, С.Ю. Масленников, А.А., “Люди и их боги: религиозное мировозрение в Понтийском царстве”, στο Маринович, Л.П. (επιμ.), Человек и общество в античном мире (Москва 1998), σελ. 406, 416-418.

151. Анохин, В.А., Монетное дело античных городов Северо-Западного Причерноморья (Киев 1989), σελ. 46, 109-110.

152. CIRB, 74, 1.123, 1.126.

153. CIRB, 63.

154. Соломоник, Э.И. (επιμ.), Граффити античного Херсонеса (Киев 1979), σελ. 7.

155. Ηρ. 4.103.

156. Зограф, А.Н., Античные монеты (МИА 16, Москва 1951), σελ. 149· Зограф, А.Н., “Статуарные изображения Девы по данным нумизматики”, ИРАИМК 2 (1922), σελ. 353-354· Анохин, В.А., Монетное дело Херсонеса (IVв. до н.э.-XII в. н.э.) (Киев 1977), σελ. 64· SNG Britain IX, 706, διώβολον, 707, οβολός, Άρτεμις / ιχθύς· SNG Britain IX, 708, 709, χάλκινα νομίσματα, Άρτεμις / Ταύρος.

157. IOSPE I², 344, 352.

158. Латышев, В.В., “Гражданская присяга херсонессцев”, στο Латышев, В.В. (ΠOΝΤΙΚΑ, Санкт – Петербург 1909), σελ. 321-326· Кадеев, В.И., Херсонес Таврический в первых веках нашей эры (Харьков 1981), σελ. 68-70.

159. Στράβ. 7.4.2.

160. IOSPE I², 401.

161. IOSPE I², 436· Соломоник, Э.И., Новые эпиграфические памятники Херсонеса (Киев 1964), σελ. 60.

162. Βλ., ενδεικτικά, Solomonik, E.I., “Neues um Asklepioskult in Chersonessos”, Klio 57.2 (1975), σελ. 433-442. Η λατρεία του Ασκληπιού γνώρισε ιδιαίτερη ακμή στις περισσότερες πόλεις του Εύξεινου αυτή την περίοδο. Σχετικές μαρτυρίες έχουμε μεταξύ άλλων στην Οδησσό, τη Μεσημβρία, τους Τόμους, τη Σινώπη, την Αμισό: IGBR I², 76, 315· ISM I, 135· ISM II, 117-118.

163. IOSPE I², 376.

164. Орешников, А.В., “Херсонас – божество Херсонеса Таврического: на основании нумизматики”, ИАК 65 (1918), σελ. 144-152· Орешников, А.В., “Олицетворение общины Херсонеса Таврического на монетах”, ИРАИМК 2 (1922), σελ. 159-164· Мещеряков, В.Ф., “Державні культи Діви і Херсонас у Херсонесі Таврійському 1-3 ст. н.е.”, Вісник Харківського університету 211.12 (Харків 1980), σελ. 64-72.

165. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 277.

166. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 277.

167. Pippidi, D.M., Scythica Minora: Recherches sur les colonies grecques du littoral roumain de la mer Noire (Bucureşti – Amsterdam 1975), σελ. 82.

168. Avram, A., “Istria”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 304.

169. ISM I, 1.

170. ISM I, 19.

171. Анохин, В.А., Монетное дело античных городов Северо-Западного Причерноморья (Киев 1989), σελ. 46, 109-110.

172. IGBR I², 315, 322 ter.

173. IGBR I², 322.

174. Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 245· Nedev, D. – Panayotova, K., “Apollonia Pontica“, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 106.

175. Bilabel, F., Die ionische Kolonisation (Leipzig 1920), σελ. 106 κ.ε.· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 247.

176. Oppermann, M., Die westpontischen Poleis in vorrömischer Zeit und ihr indigenes Umfeld (Langenweißbach 2003), σελ. 103.

177. IGBR I², 398· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 247.

178. IGBR I², 380-382· Isaak, B., The Greek Settlements in Thrace until the Macedonian Conquest (Leiden 1986), σελ. 245.

179. Minchev, A., “Odessos”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 233-234.

180. IGBR I², 45.

181. Данов, Х.М., Западният бряг на Черно море в древността (София 1947), σελ. 107. Η λατρεία αυτού του θεού εντοπίζεται και σε άλλες πόλεις των δυτικών παραλίων και ειδικότερα στην Ίστρια και τη Διονυσόπολιν. Βλ. Minchev, A., “Odessos”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 237, 244, 252-255· Avram, A., “Istria”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 1 (Thessaloniki 2003), σελ. 322.

182. ISM II, 387.

183. Bilabel, F., Die ionische Kolonisation (Leipzig 1920), σελ. 114, 116.

184. Αρρ., Ευξ. 11.

185. Pomp. Mela 1.108, 1.111.

186. Atasoy, S., “Amisos”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.363.

187. Waddington, W. – Babelon, E. – Reinach, T., Recueil générale des monnaies grecques dAsie Mineure I (Paris 1925), Sinope σελ. 192, αρ. 47., Amisos σελ. 62, αρ. 82 και σελ. 70, αρ. 137.

188. Waddington, W. – Babelon, E. – Reinach, T., Recueil générale des monnaies grecques d’ Asie Mineure I (Paris 1925), πίν. 25, 26.58· FHW-3-461.

189. Στράβ. 12.3.11· Πλούτ., Λούκ. 23· Αππ., Μιθριδ. 12.83.

190. CIG III, 4.162.

191. Ψ.-Αρρ., Περ. 22.8, 35-38.

192. Анохин, В.А., Монетное дело античных городов Северо-Западного Причерноморья (Киев 1989), σελ. 46, 109-110.

193. Στο ζήτημα της λατρείας του Αχιλλέα μόνο ως ήρωα ή και ως θεού δεν υπάρχει ομοφωνία απόψεων. Ωστόσο, αν κρίνουμε από το εύρος, το ρόλο και τον τρόπο της λατρείας του, καθώς και από το γεγονός ότι πρόκειται για λατρεία αποικιακών κέντρων, πιθανότερη είναι η δεύτερη εκδοχή.

194. Βλ., ενδεικτικά, Русяева, А.С., “Культовi предмети з поселення Бейкуш поблизу о-ва Березань”, Археолог 2 (Киïв 1971), σελ. 22-29· Буйских, С.Б., “Исследование святилища Ахилла на Бейкушском мысу (предварительные итоги)”, Херсонесский сборник XI (Севастополь 2001), σελ. 34-43, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

195. Βλ., ενδεικτικά, Αρρ., Ευξ. 32-34· Παυσ. 3.19. 11· Ευρ., Ανδρ. 1.260-1.262· Αντίγ. Καρ. 122, 134· Πλίν., Φ.Ι. 4.93· Φιλόστρ., Ηρ. 19.

196. Охотников, С.Б. – Островерхов, А.С., Святилище Ахилла на острове Левке (Змеином) (Киев 1993), σελ. 7-119· Охотников, С.Б., “Ахилл – покровитель Понта”, στο Лазаров, М. (επιμ.), Боговете на Понта (Варна 1998), σελ. 38, 76.

197. Русяева, А.С., Религия понтийских эллинов в античную эпоху: Мифы. Святилища. Культы олимпийских богов и героев (Киев 2005), σελ. 113.

198. Крыжицкий, С.Д., Архитектура античных государств Северного Причерноморья (Киев 1993), σελ. 47.

199. Виноградов, Ю.Г., Политическая история Ольвийского полиса VII-I вв. до н. э.: Историко-эпиграфическое исследование (Москва 1989), σελ. 164-165.

200. Русяева, А.С., “О храме Ахилла на острове Левка в Понте Эвксинском”, ВДИ 1 (2004), σελ. 177-190.

201. Ευρ., Ι.Τ. 435-438.

202. Στράβ. 11 2.6.

203. Ξεν., Αν. 6.2.2.

204. Ιουστ. 16.3.4-7.

205. Анохин, В.А., Монетное дело Херсонесса (IVв. до н.э.-XII в. н.э.) (Киев 1977), αρ. 91-102· SNG Britain IX, 776: δραχμή, 777: δίδραχμον, του 3ου αι. π.Χ.

206. Μέμνων, FHG III B, 434.13.

207. Pick, B., Die antiken Münzen Nord-Griechenlands: Dacien und Moesien 1 (Berlin 1898), σελ. 84, 87.

208. ΙSM I, 57.

209. IGBR I², 22.

210. Atasoy, S., “Amisos”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.363.

211. Pomp. Mela 1.19.

212. Πλίν., Φ.Ι. 6.16· Solin. 15.17.

213. Gabelia, A.N., “Dioskourias”, στο Grammenos, D.V. – Petropoulos, E.K. (επιμ.), Ancient Greek Colonies in the Black Sea 2 (Thessaloniki 2003), σελ. 1.244.

214. IGBR 5, αρ. 5.103.