Οχυρώσεις και δίκτυο άμυνας στα δυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου

1. Εισαγωγή

Προστατευμένη με φυσικά μέσα και μέσω απλών ή εξεζητημένων ανθρώπινων έργων, η δυτική περιοχή της Μαύρης θάλασσας περιλάμβανε σημαντικό αριθμό οχυρωμένων πόλεων και οχυρών, είτε καταγεγραμμένων στις αρχαίες πηγές είτε ταυτισμένων αρχαιολογικά.1

2. Οργάμη / Argamum (Ακρωτήριο Dolojman)

Η πόλη2 ιδρύθηκε το τρίτο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. Η γραμμή του τείχους υποδεικνύει ένα χωροταξικό σχέδιο τριγωνικού σχήματος. Το περίγραμμα του τείχους της πόλης κατά την Αρχαϊκή και Κλασική περίοδο παραμένει άγνωστο, αν και έχουν εντοπιστεί ίχνη νοτιοδυτικά του υστερορωμαϊκού τείχους. Ένας σεισμός πιθανόν προκάλεσε την κατάρρευση του ανατολικού μισού της πόλης στη θάλασσα (σημερινή λίμνη Razelm).

Συστηματικά έχει ερευνηθεί μόνο το υστερορωμαϊκό τείχος της πόλης. Το πλάτος του είναι 2,60 μ. και είναι κατασκευασμένο από ορθογώνιους σχιστολιθικούς ισόδομους λίθους τοποθετημένους σε κανονικές σειρές (opus vittatum). Η βαθμιδωτή θεμελίωση από κανονικές σειρές σχιστολίθων συνδεδεμένων με κονίαμα χτίστηκε προς την απότομη χαράδρα στην πλευρά της λίμνης. Ο περίβολος είχε ορθογώνιους προμαχώνες σε τακτά διαστήματα, ενώ ορθογώνιοι πύργοι πρέπει να είχαν καταλάβει τμήματα της δυτικής και της νότιας πλευράς. Μία εσωτερική αύλεια πύλη του 6ου αιώνα στη δυτική πλευρά του οχυρωματικού περιβόλου, συμβατικά αποκαλούμενη «μεγάλη πύλη», ήταν χτισμένη από μεγάλου μεγέθους ισόδομους ασβεστόλιθους. Μία άλλη είσοδος (η «μικρή πύλη»), ένα απλό άνοιγμα στο τείχος, βρίσκεται στη νότια πλευρά.

Το ύστερο αμυντικό τείχος της Οργάμης θεωρείται ότι κατασκευάστηκε στα μέσα του 6ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, καθώς το έργο Περί κτισμάτων του Προκοπίου αναφέρεται στα έργα ανοικοδόμησης που πραγματοποιήθηκαν σε αυτή την πόλη.

3. Ίστρια

Η Ίστρια3 ιδρύθηκε το 654 π.Χ. Το τείχος της πόλης είχε μακραίωνη και περίπλοκη εξέλιξη.

3.1. Η Αρχαϊκή περίοδος

Η επικράτεια της ελληνικής αποικίας, που βρισκόταν αρχικά στην παράκτια πεδιάδα, διαιρούνταν σε δύο βασικές διακριτές περιοχές, σύμφωνα με ένα αστικό μοντέλο γνωστό στον ελληνικό αποικιακό κόσμο. Ο υψηλότερος τομέας επιλέχθηκε για την ανέγερση μιας ακρόπολης που τειχίστηκε πιθανόν εκείνη την εποχή. Η μεγάλη αστική περιοχή στα δυτικά περικλειόταν από έναν οχυρωματικό περίβολο πλάτους 2,50 μ. ή λιγότερο, ο οποίος περιλάμβανε μία έκταση περίπου 50 εκταρίων. Αποτελούνταν από ανωδομή από πλίνθους και ξύλο που καλυπτόταν με τετράγωνες ασβεστολιθικές πλάκες τοποθετημένες κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας πάνω σε λιθοδομή από ασβεστόλιθους και πράσινους σχιστόλιθους. Και οι δύο οχυρωμένοι αστικοί πυρήνες υπέστησαν σημαντικές τροποποιήσεις τον ύστερο 6ο αι. π.Χ.

3.2. Η Κλασική περίοδος

Η δημογραφική και οικονομική πρόοδος που παρατηρήθηκε κατά την Κλασική περίοδο απαιτούσε την οικοδόμηση ενός νέου τείχους από πράσινους σχιστόλιθους και ασβεστόλιθους πλάτους 2,60 μ., με προσανατολισμό από βόρεια προς νότια, το οποίο περιέκλειε περίπου 35 εκτάρια. Προστάτευε την κύρια περιοχή της πόλης και ενισχυόταν με μία αμυντική τάφρο πλάτους 9 μ. στα δυτικά του τείχους. Τουλάχιστον δύο πύλες είχαν διανοιχθεί στον οχυρωματικό περίβολο, ο οποίος καταστράφηκε το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. Το δυτικό άκρο του πλατώματος συνέχισε να είναι οχυρωμένο με ένα τείχος παρόμοιο με αυτό της Αρχαϊκής περιόδου, με μικρές επισκευές και μία τάφρο πλάτους 3 μ. στα δυτικά.

3.3. Η Ελληνιστική περίοδος

Δύο νέα αμυντικά τείχη χτίστηκαν κατά την Ελληνιστική περίοδο, ένα που προστάτευε την ακρόπολη και ένα άλλο, στα δυτικά, κατά μήκος του άκρου του πλατώματος, περικλείοντας σχεδόν την ίδια εκτεταμένη περιοχή όπως και την Κλασική περίοδο.

Ο οχυρωματικός τοίχος της ακρόπολης, πλάτους 4,50 μ., περιλάμβανε περίπου 9 εκτάρια. Η νέα διαρρύθμιση του οχυρωματικού τείχους ήταν μια συνεχής γραμμή διασπασμένη κατά τόπους, που δημιουργούσε την ανάγκη για προεξέχοντες πύργους. Αυτό το τείχος αποτελείται από δύο άξονες, καθένας χτισμένος από καλά λαξευμένους και μεγάλου μεγέθους ισόδομους λίθους, τοποθετημένους εναλλάξ κατά μήκος και κατά πλάτος και συνδεδεμένους με πηλό και σχιστόλιθους. Στον ύστερο 4ο ή τον πρώιμο 3ο αι. π.Χ., το άκρο του πλατώματος περικλειόταν από νέο περίβολο πλάτους 2,20 μ., χτισμένο από ισόδομους σχιστόλιθους συνδεδεμένους με χώμα και από πλίνθους τοποθετημένους σε ορθογώνια ανωδομή. Οι δύο διπλοί περίβολοι εξασφάλιζαν την προστασία της πόλης έως τον ύστερο 1ο αι. μ.Χ.

3.4. Η Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδος

Η οικονομική ευημερία καθώς και η δημογραφική και αστική ανάπτυξη υπό τη ρωμαϊκή διοίκηση κατά τον 1ο αι. μ.Χ. απαιτούσε την ανασυγκρότηση της κατασκευής και τη διαρρύθμιση ολόκληρης της κατοικημένης περιοχής. Ένα νέο οχυρωματικό τείχος χτίστηκε έως τον ύστερο 1ο-πρώιμο 2ο αι. μ.Χ., το οποίο περιέλαβε το μεγάλο αμμώδες πλάτωμα προς τα δυτικά. Περιέκλεισε μια μεγάλη περιοχή περίπου 30 εκταρίων και «έκοψε» το πλάτωμα περίπου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Ο νέος περίβολος, χτισμένος με την τεχνική opus caementicium από πράσινους ισόδομους σχιστόλιθους τοποθετημένους σε κανονικές οριζόντιες σειρές συνδεδεμένες με κονίαμα, είχε πλάτος 1,80-1,90 μ. και ήταν τοποθετημένος επί θεμελίωσης βάθους 2,10 μ. Το τείχος είχε δύο πύλες και εσωτερικούς προμαχώνες και ορθογώνιους πύργους χτισμένους σε τακτά διαστήματα. Η νότια πύλη είχε εκατέρωθέν της δύο προεξέχοντες ορθογώνιους πύργους. Το τείχος της πόλης φαίνεται ότι υπέστη κάποιες ζημιές το δεύτερο μισό του 2ου αιώνα, πιθανόν κατά τη διάρκεια των πολέμων με τους Μαρκομάνους. Επισκευαστικά έργα που εφαρμόστηκαν με λιγότερο προσεκτική τεχνική γίνονται φανερά σε ορισμένα τμήματα του τείχους. Στα μέσα του 3ου αιώνα η Ίστρια υπέστη σοβαρές ζημιές, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την κατασκευή από την αρχή ενός νέου οχυρωματικού περιβόλου.

3.4. Η Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδος

Το νέο τείχος της πόλης περιέβαλε μια πολύ μικρότερη περιοχή σε σύγκριση με προηγουμένως, κάτι το οποίο ήταν αποτέλεσμα της ηθελημένης εγκατάλειψης μιας μεγάλης ζώνης στο δυτικό πλάτωμα. Ο νέος περίβολος χτίστηκε σε διάφορες φάσεις το δεύτερο μισό του 3ου αιώνα, η πρώτη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Πρόμπου. Μία τετραρχική επιγραφή αναφέρει σημαντικές επισκευές και ανακατασκευές.

Ο νέος οχυρωματικός περίβολος πάχους 2,10-2,60 μ. αποτελούνταν από μια ευθεία γραμμή τείχους χτισμένου με την τεχνική opus quadratum από μεγάλους ισόδομους ορθογώνιους λίθους και υλικό του 1ου-3ου αιώνα σε δεύτερη χρήση. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν κατάλοιπα οκτώ προμαχώνων και έξι πύργων που διαιρούσαν τη δυτική εμπρόσθια γραμμή σε δέκα επιμέρους τοίχους. Πέντε κύριες οικοδομικές φάσεις έχουν ταυτιστεί (Α-Ε), που χρονολογούνται μεταξύ του ύστερου 3ου και του ύστερου 6ου αιώνα. Στην τελική φάση διαρρύθμισής του το τείχος της πόλης είχε έξι πύλες, από τις οποίες η πιο σημαντική ήταν η αποκαλούμενη «μεγάλη πύλη», η οποία πλαισιωνόταν από δύο μεγάλους προμαχώνες και δύο πύργους. Ο περίβολος είχε δύο χωμάτινους τοίχους και τάφρους ως πρόσθετα οχυρωματικά στοιχεία.

4. Ovidiu

Το οχυρό του Ovidiu,4 διαστάσεων 53 x 41 μ., είναι τύπου τετραπυργίας, χτισμένο τον ύστερο 3ο-πρώιμο 4ο αιώνα και ανακατασκευασμένο σε μεγάλο βαθμό τον 6ο αιώνα. Τέσσερις φάσεις οικοδόμησης και επισκευών έχουν ταυτιστεί. Περιλάμβανε δύο κυκλικούς πύργους προς τη στεριά και δύο τετράγωνους πύργους προς τη θάλασσα.

5. Τόμις (Κωνστάντζα)

Η υπερκείμενη σύγχρονη πόλη5 παραμένει το κύριο εμπόδιο για εκτεταμένη έρευνα, ειδικά για τις εσωτερικές κατασκευές και την εξέλιξη του τείχους άμυνας της αρχαίας πόλης.

Ένα διάταγμα που εξέδωσε το συμβούλιο της πόλης στα μέσα του 1ου αι. π.Χ. κάνει νύξη για τον οχυρωματικό περίβολο (περίβολος της πύλης). Αυτός πρέπει να αποτελούσε το ελληνιστικό τείχος της πόλης, για το οποίο μιλάει ο Οβίδιος τον πρώιμο 1ο αι. μ.Χ. Περιέκλειε πάνω από 17 εκτάρια της σημερινής χερσονήσου της Κωνστάντζας.

Ένα νέο οχυρωματικό τείχος, του οποίου τα ίχνη δεν έχουν ταυτιστεί ακόμη, πρέπει να χτίστηκε τον 1ο ή τον πρώιμο 2ο αιώνα. Φαίνεται ότι επέκτεινε σημαντικά την κατοικημένη περιοχή της χερσονήσου της Κωστάντζας και παρείχε άμυνα στην πόλη μόνο από την ξηρά. Μία επιγραφή του δεύτερου μισού του 2ου αιώνα αναφέρεται σε επισκευές βραχέων τμημάτων του τείχους, πιθανόν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου, από δημόσιους λειτουργούς (αστυνόμοι) και με χρηματοδότηση από δικές τους οικονομικές πηγές.

Όπως και η πρωτεύουσα της πρόσφατα εγκαθιδρυμένης αυτοκρατορικής επαρχίας της Σκυθίας, στο τέλος του 3ου αιώνα, η Τόμις περιτειχίστηκε με έναν νέο, πάχους 3 μ., συμπαγή και πολύ πιο εκτεταμένο οχυρωματικό περίβολο. Μία επιγραφή χρονολογούμενη μεταξύ του 285 και του 292 υποδεικνύει ότι η βασική πύλη της πόλης χτίστηκε υπό την άμεση εποπτεία του διοικητή της επαρχίας C. Aurelius Firminianus. Τέσσερις μνημειακές πύλες της πόλης μάς είναι γνωστές. Η αστική έκταση της πόλης μεγεθύνθηκε σημαντικά, περίπου στα 60 εκτάρια.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αναστασίου ή του Ιουστινιανού, η επιφάνεια της πόλης πάλι επεκτάθηκε σημαντικά προς τα δυτικά, με προσθήκη επιπλέον 10 εκταρίων. Εύπορα άτομα, όπως ο Αλέξανδρος και ο Βάσσος, συνεισέφεραν σημαντικά στην επισκευή ή μάλλον στην επέκταση του τείχους άμυνας της πόλης. Επαγγελματικές συντεχνίες, όπως αυτή των χασάπηδων, επίσης υποστήριξαν την επισκευή κάποιων τμημάτων του ίδιου τείχους της πόλης με σημαντικά ποσά. Ο Προκόπιος (Περί Κτισμάτων IV 11) βεβαιώνει οικοδομικές παρεμβάσεις εκ μέρους του κράτους. Μία σωζόμενη επιγραφή ευχαριστεί το Θεό για την «ανοικοδομημένη πόλη». Το τείχος του 6ου αιώνα φαίνεται ότι παρέμεινε σε χρήση και κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα.

6. Κάλλατις (Παγκάλια)

Η θάλασσα και η σύγχρονη πόλη της Παγκάλιας6 επικαλύπτουν σε μεγάλο βαθμό τη θέση της αρχαίας πόλης. Τρεις κύριες φάσεις του αρχαίου τείχους της πόλης έχουν αναγνωριστεί στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά του.

Η Κάλλατις φαίνεται ότι περιβαλλόταν από ένα αμυντικό τείχος πάχους 3,75 μ., χτισμένο με μεγάλους ορθογώνιους, καλά λαξευμένους ισόδομους ασβεστόλιθους στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Σε κάποιες βαλτώδεις περιοχές, η όλη κατασκευή τοποθετήθηκε πάνω σε ξύλινες δοκούς που σχημάτιζαν ένα πλέγμα σαν στρώμα. Μικρές οπές απορροής υδάτων είχαν ανοιχτεί κατά τόπους.

Μία καλλατική επιγραφή του 1ου αι. μ.Χ. καταγράφει τη μερική ανακατασκευή του οχυρωματικού περιβόλου. Μπορεί να ήταν σε λειτουργία μέχρι την επιδρομή των Κοστοβώκων το 170. Σε σύντομο διάστημα έπειτα από αυτήν τη χρονολογία αντικαταστάθηκε από ένα νέο τείχος άμυνας που επικάλυπτε σχεδόν ολόκληρη την προηγούμενη κατασκευή. Σε μία επιγραφή χρονολογούμενη στο 172 καταγράφεται ο διοικητής της Κάτω Μοισίας, ο Valerius Bradua, υπό την αιγίδα του οποίου χτίστηκε το νέο τείχος.

Ένας νέος οχυρωματικός περίβολος πάχους 3,10-3,40 μ. χτίστηκε τον ύστερο 3ο αιώνα. Περιέκλειε ένα χώρο περίπου 13 εκταρίων (370 x 420 x 120 μ.), αν και η οχυρωμένη περιοχή ίσως ήταν μεγαλύτερη, αφού υπάρχουν καταποντισμένα τμήματα της πόλης. Ορθογώνιοι πύργοι είχαν ανεγερθεί κατά τόπους σε όλο το μήκος του περιβόλου. Μία πύλη στη δυτική πλευρά πλαισιωνόταν από δύο μεγάλους πύργους, ενώ μία μικρότερη πύλη βρισκόταν στη νότια πλευρά. Το τείχος της πόλης είχε αυτή τη διαμόρφωση μέχρι τον ύστερο 6ο ή πρώιμο 7ο αιώνα.

7. Carum Portus (Ακρωτήριο Shabla)

Τα ορατά σήμερα ερείπια του Carum Portus7 ανήκουν στην Υστερορωμαϊκή περίοδο. Έχουν δύο βασικά συστατικά: τη λεκάνη του λιμανιού, περιβαλλόμενη στα βόρεια, ανατολικά και νότιά της από τρεις όχθες με περάσματα για τα πλοία· και ένα τραπεζοειδές οχυρό από λίθους και κονίαμα με ένα στρογγυλό πύργο στη βορειοδυτική γωνία του. Αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως κατάλοιπα από την Κλασική και την Ελληνιστική περίοδο (5ος-1ος αι. π.Χ.), την Πρώιμη Αυτοκρατορική (1ος-3ος αι. μ.Χ.) και την Ύστερορωμαϊκή εποχή (4ος-6ος αιώνας).

8. Τίριζις Άκρα (Ακρωτήριο Καλιάκρα)

Το σημείο8 είχε εξαιρετική φυσική άμυνα. Τρεις διαδοχικές γραμμές οχύρωσης με κατεύθυνση από βορρά προς νότο ανέκοπταν την πρόσβαση από το ηπειρωτικό τμήμα της ξηράς. Η πρώτη φάση του τείχους χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Περιλάμβανε την ανατολικότερη περιοχή του ακρωτηρίου, όπου βρισκόταν ένα πεντάπλευρο οχυρό ακανόνιστου σχεδίου με έναν κεντρικό πύργο και μία πύλη σαν αυλή. Ένας άλλος πύργος βρισκόταν στη νοτιοδυτική γωνία.

Τον 1ο αι. μ.Χ. το τείχος είχε μια δεύτερη οικοδομική φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας η πύλη χτίστηκε στην τελική μορφή της.

Στην τρίτη (μέσα 3ου αιώνα) και τέταρτη φάση (πρώτο μισό του 4ου αιώνα), νέες οικοδομικές παρεμβάσεις άλλαξαν ριζικά τη διαμόρφωση του τείχους, μετατρέποντας το οχυρό σε ακρόπολη της πόλης. Μία επιγραφή χρονολογούμενη γύρω στα 341-342 τονίζει τα σημαντικά οχυρωματικά έργα που πραγματοποιήθηκαν.

Στην πέμπτη και τελική φάση του (ύστερος 5ος-πρώιμος 6ος αιώνας), το τείχος δεν υπέστη σημαντικές μεταβολές. Ο πύργος υψώθηκε περισσότερο και η πύλη έγινε πιο στενή.

9. Διονυσόπολις (Μπαλτζίκ)

Η πόλη9 ιδρύθηκε τον ύστερο 6ο αι. π.Χ. Τίποτα σχεδόν δεν είναι γνωστό για την ύπαρξη ή τη διαμόρφωση του οχυρωματικού περιβόλου της Διονυσοπόλεως στην Κλασική ή Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο. Το μεγαλύτερο κομμάτι της σύγχρονης πόλης επικαλύπτει τις αρχαίες κατασκευές. Η ακρόπολη στα βόρεια της πόλης μπορεί να ήταν οχυρωμένη. Κατά πόσο το νέο τείχος άμυνας της πόλης χτίστηκε το 2ο αι. π.Χ. ή παλαιότερα, δεδομένων των πολιτικών συνθηκών εκείνης της εποχής, είναι ακόμη θέμα υπό συζήτηση. Στην Ύστερη Ελληνιστική και Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο (2ος αι. π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.), το έδαφος φαίνεται ότι είχε επιβάλει ένα διασπασμένο οχυρωματικό περίβολο, που διατηρήθηκε μέχρι τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.

Ένα νέο αμυντικό τείχος χτίστηκε τον ύστερο 3ο και πρώιμο 4ο αιώνα, περικλείοντας μία περιοχή περίπου 36 εκταρίων. Διακρίνονται διαδοχικοί τετράγωνοι και ορθογώνιοι πύργοι, μερικοί με αιχμηρή πρόσοψη στην πιο εκτεθειμένη βορειοδυτική πλευρά, μια διαμόρφωση που είναι τυπική του ύστερου 5ου αιώνα, και μερικοί πεταλόσχημοι στη βόρεια πλευρά.

10. Οδησσός (Βάρνα)

Η Οδησσός10 ιδρύθηκε το δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. Η σύγχρονη πόλη, χτισμένη πάνω από την αρχαία, κατέστησε την αρχαιολογική έρευνα εξαιρετικά δύσκολη. Ένας οχυρωματικός περίβολος της Κλασικής περιόδου πρέπει να υπήρχε και εδώ. Τμήματά του φαίνεται ότι έχουν μερικώς αποκαλυφθεί στις οδούς Kniaz Boris I και Archimandrit Filaret, από όπου κατευθυνόταν προς τα ανατολικά και κατόπιν στρεφόταν προς τα νότια, όπου και εξαφανίζεται κάτω από τις σύγχρονες κατασκευές. Η πορεία του προς τα νότια και τα δυτικά παραμένει άγνωστη.

11. Μεσημβρία (Νεσέμπαρ)

Η πόλη11 ιδρύθηκε τον πρώιμο 5ο αι. π.Χ. Με βάση την τεχνική κατασκευής του τείχους της πόλης, τρεις βασικές οικοδομικές φάσεις έχουν αναγνωριστεί, χρονολογούμενες από τον 5ο έως τον 1ο αι. π.Χ.

Στην πρώτη φάση (ύστερος 5ος-πρώιμος 4ος αι. π.Χ.) ορθογώνιοι αλλά ακανόνιστοι ισόδομοι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν ως το βασικό υλικό για την κατασκευή του τείχους.

Γύρω στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., το τείχος διήλθε μια δεύτερη φάση, όταν επισκευάστηκε με κανονικούς ορθογώνιους ογκόλιθους διαφορετικού μεγέθους κατά την ψευδοϊσόδομη τεχνική.

Η τρίτη φάση, χρονολογούμενη στην Ύστερη Ελληνιστική (2ος-1ος αι. π.Χ.) και την Πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο (1ος αι. μ.Χ.), χαρακτηρίζεται από τη χρήση κανονικών ορθογώνιων λίθων χτισμένων κατά την ισόδομη τεχνική, γνωστή και ως τεχνική Binder-Laufer. Εντούτοις, ένα σημαντικό τμήμα του ύστερου ελληνιστικού και πρώιμου ρωμαϊκού τείχους παρέμεινε σε χρήση έως την Υστερορωμαϊκή περίοδο, όταν χτίστηκε ένας νέος οχυρωματικός περίβολος. Αυτό το τείχος πιστεύεται ότι καταστράφηκε ολοσχερώς από ένα δυνατό σεισμό στα μέσα του 5ου αιώνα.

Στην τέταρτη φάση, από τα μέσα του 5ου έως τα μέσα του 6ου αιώνα, συστηματικές και μεγάλης κλίμακας οικοδομικές παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αναστασίου Α΄. Επισκευές κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού μαρτυρούνται σε πλίνθους οδοστρώματος που φέρουν τη σφραγίδα «Ιουστινιανού του Φιλοκτίστου». Υπήρχαν πολλές μικρές πύλες, ενώ η κύρια πύλη πλαισιωνόταν από πενταγωνικούς πύργους με αιχμηρή πρόσοψη.

12. Απολλωνία (Σωζόπολη)

Η Απολλωνία12 ιδρύθηκε το 611 π.Χ. Ο αρχαϊκός οχυρωματικός περίβολος βρέθηκε στην οδό Kraibrezhna 61-63, απέναντι από το νησί Kirik. Ένα τμήμα του τείχους της πόλης του 5ου αι. π.Χ. ανασκάφηκε κατά μήκος της υψηλής, απότομης παραθαλάσσιας ακτής στην οδό Viatarna Melnica. Ο οχυρωματικός περίβολος της Κλασικής περιόδου φαίνεται ότι ήταν αρκετά επιβλητικός σε ύψος και όγκο, τόσο ώστε να εντυπωσιάσει έναν ειδικό στη στρατιωτική τακτική, όπως ο Αινείας ο Τακτικός τον 4ο αιώνα.

13. Σαλμυδησσός (Kiyiköy)

Η Σαλμυδησσός13 έχει φυσική άμυνα προς τη θάλασσα, καθώς βρίσκεται σε ένα βραχώδες ακρωτήριο που επεκτείνεται περίπου 50 μ. προς τη Μαύρη θάλασσα, ενώ προς τα δυτικά υπάρχει μία ήπια πλαγιά ανοιχτή προς μία εύφορη πεδιάδα. Δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές στην πόλη. Ένας τοίχος από οπτοπλίνθους με μία απλή πύλη εμπόδιζε την πρόσβαση στο ακρωτήριο από τα δυτικά. Το τείχος στην παρούσα φάση διατήρησής του χρονολογείται στην Υστερορωμαϊκή-Πρώιμη Βυζαντινή εποχή. Οι τελευταίες επιφανειακές έρευνες που διεξήχθησαν στην περιοχή υποδεικνύουν μια χρονολόγηση γύρω στον 5ο ή τον 4ο αι. π.Χ. για την πύλη του τείχους.



1. Shkorpil, K., “Constructions militaires stratégiques dans la region de la mer Noire, Peninsule Balkanique”, Byzantinoslavica 2-3 (1930-1931)· de Ruggiero, E. (επιμ.), Dizionario epigrafico di antichità romane (Roma 1959-1962), σελ. 1076-1092, βλ. λ. “Limes” (G. Forni)· Coteț, P.V., “Țărmul Mării Negre şi evoluția lui in timpurile istorice”, στο Histria II (Bucureşti 1966), σελ. 337-352· Suceveanu, A., “Observations sur la stratigraphie des cités de la Dobroudja aux IIe - IVe s. à la lumière des fouilles d’Histria”, Dacia N.S. 13 (1969), σελ. 329-366· Suceveanu, A., “La défense du littoral de la Dobroudja dans l’époque romaine”, Revue Roumaine d’Histoire 13:2 (1974), σελ. 217-238· Boroneanț, V., “Cercetări perieghetice pe malul Mării Negre între Constanța şi Vama Veche”, Pontica 10 (1977), σελ. 311-324· Suceveanu, A., “Encore sur la défense du littoral de la Dobroudja”, Revue Roumaine d’Histoire 20:4 (1981), σελ. 605-614· Ştefan, A.S., “Callatis şi artera rutieră litorală în sec. II e. n.”, Studii Clasice 22 (1984), σελ. 95-107· Matei, C., “Cercetări perieghetice pe malul de sud al lacului Taşaul”, Pontica 18 (1985), σελ. 125-139· Matei, C., “Cercetări perieghetice pe țărmul lacului Taşaul”, Pontica 19 (1986), σελ. 125-139· Lordkipanidze, O., “Les problèmes fundamentaux du littoral de la Mer Noire dans l’antiquité dans le Pont Euxin vu par les Grecs. Sources écrites et archéologie”, στο Symposium Vani-Colchide IX, X 1987 (Paris 1990), σελ. 327-345· Pillinger, R., Die Scharzmeerküste in der Spätantike und in frühen Mittelalter (Wien 1992), σελ. 97-102· Suceveanu, A., “Die römische Verteidigungsanlagen an der Küste der Dobrudscha”, Bonner Jahrbücher 192 (1992), σελ. 195-223· Zahariade, M., “The role and tasks of the Roman army squads and personnel on the western and northern Black Sea coast. 1st -3rd centuries A. D. Some short considerations”, Thracia Pontica 6:1 (1994), σελ. 373-385· Bounegru, O., Zahariade, M., Les forces navales du bas-Danube et de la Mer Noire aux Ie-VIe siècles (Oxford 1996)· Ionescu, M. – Papuc, G., Sistemul de apărare litoralului Dobrogei romane (sec. I-VII p. Chr) (Constanta 2005).

2. Coja, M., “Cercetări pe malul lacului Razelm, epoca romană şi romano-bizantină”, Peuce 2 (1971), σελ. 179-190· Coja, M., “Cercetări noi în aşezarea greco-romana de la Capul Dolojman-Argamum (?)”, BMI 41:3 (1972), σελ. 33-42· Mărgineanu‑Cârstoiu, M. – Mănucu-Adameşteanu, M., “Zidul de incintă romano-bizantin de la Argamum. Un tronson din curtina de est”, SCIVA 49:3-4 (1998), σελ. 233-258· Mărgineanu-Cârstoiu, M. – Mănucu-Adamesteanu, M., “Vestiges de structures urbaines d’époque grecques à Orgame”, στο Mănucu-Adameşteanu, M. (επιμ.), Orgame/Argamum. Supplementa I. À la recherche d’une colonie. Actes du Colloque International 40 ans de recherches archéologiques à Orgame/Argamum, Bucarest-Tulcea-Jurilovca 3-5 Octobre 2005 (Bucarest 2006), σελ. 115-117.

3. Florescu, G., “Sisteme constructive romane la Histria”, SCIV 4:3-4 (1953), σελ. 597-610· Canarache, V., “Observatii cu privire la topografia Histriei”, SCIV 7:3-4 (1956), σελ. 267-288· Coja, M., “Zidul de aparare al cetatii Histria si imprejurarile istorice ale distrugerii lui in sec. IV i.e.n”, SCIV 15:3 (1964), σελ. 383-400· Condurache, E., “Istoricul cetatii Histria. Introducere si rezultatele sapaturilor din campanile 1914-1943”, στο Condurache, E. (επιμ.), Histria. Monografie arheologica I (Bucuresti 1954), σελ. 9-66· Florescu, G., “Incinta cea mare a cetatii”, στο Condurache, E. (επιμ.), Histria. Monografie arheologica I (Bucuresti 1954), σελ. 66-95· Canarcahe, V., “Incinta din valul III al cetatii”, στο Condurache, E. (επιμ.), Histria. Monografie arheologica I (Bucuresti 1954), σελ. 278-285· Cantacuzino, G., “Zidul-incinta de peplatoul din vestul cetatii”, στο Condurache, E. (επιμ.), Histria. Monografie arheologica I (Bucuresti 1954), σελ. 285-292· Condurachi, E., “Histria a l’epoque du Bas-Empire d’apres les dernieres fouilles archeologiques”, Dacia NS 1 (1957), σελ. 245-264· Aurelian, P., “Sectorul Poarta mare”, MCA 8 (1962), σελ. 389-396· Nubar, H. – Teodorescu, D., “Zidul mare de incinta”, MCA 9 (1964), σελ. 190-193· Poenaru-Bordea, G., “Numismatica si distrugerea Histriei in sec. III e. n.”, SCN 5 (1971), σελ. 91-114· Stefan, A.S., “Cercetari aerofotografice privind topografia urbana a Histriei I. Epoca romana (sec. I-III e.n.)”, RMMIA 43:2 (1971), σελ. 39-51· Suceveanu, A. – Scorpan. C., “Stratigrafia Histriei romane tarzii”, Pontica 4 (1971), σελ. 155-172· Stefan, A.S., “Cercetari aerofotografice privind topografia urbana a Histriei II”, RMMIA 44 (1975), σελ. 51-62· Stefan, A.S., “Cercetari aerofotografice privind topografia urbana a Histriei III. Epoca romana tarzie (sec. VI-VII)”, RMMIA 45 (1976), σελ. 43-51· Nubar, H. – Sion, A., “Incinta romano-bizantina de la Histria in lumina ultimelor cercetari”, RMMIA 49 (1980), σελ. 19-31· Domaneantu, C. – Sion, A., “Incinta romana tarzie de la Histria. Incercare de cronologie”, SCIVA 33:4 (1982), σελ. 377-394· Domaneantu, C., “Rezultatele sapaturilor arheologice de la Histria sector A”, MCA 15 (1983), σελ. 357-360· Muraru, A. – Avram, A., “Consideratii preliminare asupra pietrei de constructie folosita la Histria”, Pontica 16 (1983), σελ. 189-216· Domaneantu, C., “Die spätrömische Festungsmauer von Histria”, στο Alexandrescu, P. – Schuller, W. (επιμ.), Konstanzer Althistorische Vorträge und Forschungen, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 265-283· Suceveanu, A., “Das römische Histria. Histria. Eine griechische Stadt an der rumänischen Schwarzmeerküste”, στο Alexandrescu, P. – Schuller, W. (επιμ.), Konstanzer Althistorische Vorträge und Forschungen, Xenia 25 (Konstanz 1990), σελ. 233-264· Alexandrescu, P., “Distrugerea zonei sacre de catre geti”, SCIVA 44:3 (1993), σελ. 231-266· Angelescu, M.V., “Histria. Sistemul de duble incinte in epoca greaca”, SCIVA 54-56 (2003-2005), σελ. 55-84.

4. Bucovală, M. – Papuc, G., “Cercetările arheologice de la Ovidiu, Mun. Constanța, raport preliminar”, Pontica 13 (1980), σελ. 275-284· Bucovală, M. – Papuc, G., “Date noi despre fortificația de la Ovidiu, Mun. Constanța, raport preliminar”, Pontica 14 (1981), σελ. 211-216· Bucovală, M. – Papuc, G., “Date noi privind cercetările arheologice de la Ovidiu, Mun. Constanța, raport preliminar”, Pontica 17 (1984), σελ. 153-156· Papuc, G. – Băjenaru, C., “Fortificația romano‑bizantină de tip quadriburgium de la Ovidiu”, Buletinul Muzeului MilitarNațional, s.n. 1 (2003), σελ. 57-64· Băjenaru, C., “Observații recente cu privire la fortificația de tip quadriburgium de la Ovidiu”, Pontica 35-36 (2002-2003), σελ. 275-296.

5. Pârvan, V., “Zidul cetății Tomis”, AARMSI 37 (1915), σελ. 1-36· Canarache, V., Tomis (Bucureşti 1961)· Stoian, I., Tomitana (Bucureşti 1962)· Aricescu, A., “Despre zidul de apărare al Tomisului în vremea lui Ovidiu”, Pontica 5 (1972), σελ. 297-310· Scorpan, C., “Evolution urbanistique de la cité de Tomi”, Revue Roumaine d’Histoire 15: 1 (1976), σελ. 3-10· Aricescu, A. Armata în Dobrogea romană (Bucureşti 1977), σελ. 155-157, 163-164· Georgescu, V., “Contribuții la topografia Tomisului în sec. VI e. n.”, Pontica 10 (1977), σελ. 253-260· Papuc, G. – Lungu, V., “Poarta mare a cetății Tomi”, Pontica 31 (1998), σελ. 201-208· Rădulescu, A., “Nouvelles recherches archéologiques dans la cité de Tomis”, στο Études Byzantines et Postbyzantines (Bucharest 1991), σελ. 23-45.

6. Sauciuc-Saveanu, T., “Callatis”, Dacia 1 (1924), σελ. 105-165, Dacia 2 (1925), σελ. 104-147, Dacia 3-4 (1927-1932), σελ. 411-482, Dacia 5-6 (1935-1936), σελ. 247-319, Dacia 7-8 (1937-1940), σελ. 223-281, Dacia 9-10 (1941-1944), σελ. 243-347· Tafrali, O., “La cité pontique de Callatis”, Revue archéologique 21 (1925), σελ. 238-292· Tafrali, O., “La cité pontique de Callatis. Recherches et fouilles”, AArh. 1 (1927), σελ. 17-55· Sauciuc-Saveanu, T., Callatis (Bucureşti 1936)· Sauciuc-Saveanu, T., Inscripție murală din Callatis din vremea praes. Prov. M. Valerius Bradua (Cernăuți 1936)· Sauciuc-Saveanu, T., Un nou fragment al inscripției murale din Callatis şi alte fragmente arheologice (Cernăuți 1937)· Sauciuc-Saveanu, T., L’archéologie en Roumanie (Bucharest 1938)· Preda, C. – Popescu, E. – Diaconu, P., “Săpăturile arheogice de la Mangalia”, MCA 8(1962), σελ. 439-445· Theodorescu, D., “L’édifice romano-byzantin de Callatis”, Dacia NS 7 (1963), σελ. 257-300· Preda, C., Callatis (Bucureşti 1968)· Preda, F., “Sistemul de apărare al oraşului Callatis”, AUB 17 (1968), σελ. 27-36· Preda, C. – Georgescu, N.C., “Săpăturile de salvare de la Mangalia”, Pontica 8 (1975), σελ. 53-56· Preda, C. – Bârlădeanu, E., “Săpăturile arheologice de salvare din zona de SV a Mangaliei”, Pontica 12 (1979), σελ. 97-108· Preda, C., “Die Stadt Callatis am Anfang der hellenistischer Zeit”, στο 13 Internationaler Kongress für Klassische Archäologie, Berlin 1988 (Mainz 1990), σελ. 609-610· Georgescu, V. – Ionescu, M., “Le systeme de défence callatien”, Studia Danubiana (Bucharest 1998), σελ. 205-220.

7. Vasilchin, I., “Razkopki na nos Shabla”, Arheologicheski otkritiya i razkopki prez 1977 godina (1978), σελ. 92· Vasilchin, I., “Razkopki na nos Shabla”, Arheologicheski otkritiya i razkopki prez 1978 godina (1979), σελ. 98-99· Vasilchin, I., “Razkopki na nos Shabla”, Arheologicheski otkritiya i razkopki prez 1979 godina (1980), σελ. 98-99· Bobcheva, L., “Shabla i neiniyat raion v dalechnoto minalo”, στο Shabla (Sofia 1985), σελ. 7-19· Torbatov, S., “Portus Caria-Caron Limen-Caria- Carea-Creas”, Thracia Pontica 6:1 (1994), σελ. 325-336.

8. Tafrali, O., La cité pontique de Dionysopolis, Kali-Acra, Cavarna, Téké et Ecréné (Paris 1927), σελ. 48-49, 55· Dimitrov, G., Tirizis, Akre, Kaliakra (Sofia 1989)· Djingov, G. – Balkanska, A. – Iosifova, M., Kaliakra. Tom. 1. Krepostno stroitelstvo (Sofia 1990).

9. Tafrali, O., La cité pontique de Dionysopolis, Kali-Acra, Cavarna, Téké et Ecréné (Paris 1927), σελ. 29-31· Dimitrov, M., “Ukrepleniata na Dionisopolis‑Carvuna”, στο Balchik. Drevnost i savremie (Balchik 1990).

10. Preshlenov, H., “Odessos, Odessus”, στο Ivanov, R. (επιμ.), Roman and Early Byzantine Cities in Bulgaria I (Sofia 2002), σελ. 59-80· Preshlenov, H., “Urban spaces in Odessus (6th c. BC-7th c. AD)”, Archeologia Bulgarica 6:3 (2002), σελ. 13-43· Opperman, M., Thraker, Griechen und Römer an der Westküste des Schwarzen Meeres (Mainz 2007), σελ. 19-20, 30-31, 55-57, 85-92, 112-114.

11. Venedikov, I. – Velkov, V. – Ognenova-Marinova, L. – Cimbuleva, J. – Petrov, T. – Changova, I., Nessèbre I (Sofia 1969), σελ. 31-37, 38-107, 125-163· Preshlenov, H., “Messambria Pontica”, στο Ivanov, R. (επιμ.), Roman and Early Byzantine Cities in Bulgaria I (Sofia 2002), σελ. 230-236· Opperman, M., Thraker, Griechen und Römer an der Westküste des Schwarzen Meeres (Mainz 2007), σελ. 19-20, 31-32, 57-65, 92-94, 114-115.

12. Panaiotova, K. – Drazheva, C., “Apollonia Pontica-Sozopolis”, στο Ivanov, R. (επιμ.), Roman and Early Byzantine Cities in Bulgaria II (Sofia 2003), σελ. 215-234· Dimitrov, B., “Apollonia Pontica. Ein gracki polis na brega na Cherno More. 611-72 g. pr. Hr.”, στο Apollonia Pontica. Eine griechische Polis an der küste des Schwarzen Meeres 611-72 v. Chr. (Sofia 2004)· Οpperman, M., Thraker, Griechen und Römer an der Westküste des Schwarzen Meeres (Mainz 2007), σελ. 15-19, 65-68, 97-98, 115-117.

13. Stronk, J., “Wreckage at Salmydessos”, Thracia Pontica 3 (1985), σελ. 203-215· Stronk, J., “Conditions for colonization: Calpes limen ans Salmydessos reconsidered”, Thracia Pontica 4 (1991), σελ. 97-113.