Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Εμπόριο με την Ανατολή στη Μ. Ασία (Βυζάντιο)

Συγγραφή : Δημητρούκας Ιωάννης (28/11/2003)

Για παραπομπή: Δημητρούκας Ιωάννης, «Εμπόριο με την Ανατολή στη Μ. Ασία (Βυζάντιο)», 2003,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4238>

Εμπόριο με την Ανατολή στη Μ. Ασία (Βυζάντιο) (6/3/2010 v.1) Trade with the East (Byzantium) (15/12/2011 v.1) 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

διοικητής, ο
Αξιωματούχος των οικονομικών υπηρεσιών κατά τη Μέση και την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο, υπεύθυνος για φορολογικά ζητήματα με δικαιοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή.

εμίρης, ο
Αραβικός τίτλος (amir = αρχηγός) ο οποίος δηλώνει το στρατιωτικό αρχηγό μιας περιοχής (του εμιράτου). Την Πρώιμη Ισλαμική περίοδο αποδιδόταν σε αρχηγούς στρατευμάτων, ενώ αργότερα και σε πρόσωπα με διοικητικές και οικονομικές αρμοδιότητες. Την περίοδο της κυριαρχίας των Σελτζούκων δινόταν σε στρατιωτικούς αξιωματικούς και νεαρούς πρίγκιπες. Στα τέλη του 13ου και κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα αποδιδόταν σε Τουρκομάνους ηγεμόνες μικρότερων κρατιδίων που διαδέχθηκαν το σουλτανάτο του Ικονίου.

εμπόριον, το (εμπορείον)
Τα εμπόρια (εμπορεία) ήταν εμπορικοί σταθμοί που εξυπηρετούσαν πρωτίστως τις ανάγκες του διαμετακομιστικού εμπορίου, αλλά ήταν και προς χρήση όλων των ταξιδιωτών. Σταδιακά κάποια από αυτά εξελίχθηκαν σε οικισμούς.

κομμερκιάριος, ο
Αξιωματούχος επιφορτισμένος με την είσπραξη της δεκάτης, του δασμού (κομμερκίου) 10% που βάρυνε τη μετακίνηση και την πώληση των εμπορευμάτων. Η δικαιοδοσία του περιλάμβανε είτε κάποιο από τα μεγάλα αστικά κέντρα με έντονη εμπορική ζωή (οι πόλεις αυτές πολλαπλασιάζονται τον 8ο και 9ο αιώνα) είτε μια εκτεταμένη περιοχή της αυτοκρατορίας. Εφόσον είχε διοριστεί από τον αυτοκράτορα, ονομαζόταν βασιλικός κομμερκιάριος. Κατά την Ύστερη περίοδο, ο κομμερκιάριος ήταν επιχειρηματίας που εμπορευόταν μετάξι για δικό του λογαριασμό.

κομμέρκιον, το (commercium)
1. Παραμεθόριος εμπορικός σταθμός ή πόλη στην Ύστερη Αρχαιότητα και ακολούθως το τελωνείο. 2. Έμμεσος τελωνειακός φόρος επί των εμπορευμάτων που εμφανίστηκε γύρω στο 800. Αρχικά αντιστοιχούσε στο 2% έως 10% της αξίας του εμπορεύματος, ανάλογα με την περίοδο και τις περιστάσεις. Το κομμέρκιον με διατίμηση 10% ονομαζόταν δεκάτη.

Λαζοί, οι
Έθνοτική ομάδα των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας με γλωσσικό ιδίωμα που ανήκει στις γλώσσες του Νοτίου Καυκάσου. Στα μεσαιωνικά χρόνια οι Λαζοί κατοικούσαν στις ακτές του βορειοανατολικού Εύξεινου Πόντου, στα βορειοανατολικά εδάφη της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, στη Λαζία ή Λαζική (όπου οργανώθηκε και το βάνδον της Μεγάλης Λαζίας) και στη δυτική Ιβηρία (Γεωργία). Ήταν σύμμαχοι των Μεγάλων Κομνηνών. Διαδραμάτισαν πολλές φορές σημαντικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Σήμερα ζουν στην Τουρκία (οι περισσότεροι) και στη Γεωργία.

λίτρα, η (λατ. libra)
Μονάδα βάρους που ποικίλλει ανάλογα με τα μεγέθη. Η πιο διαδεδομένη ήταν η «λογαρική λίτρα», που καθιερώθηκε επί Κωνσταντίνου Α´, το 309/310, ως βάση του νομισματικού συστήματος. Η λίτρα υπολογίζεται ότι ζύγιζε περ. 319 ή 324 γραμμ. και διαιρoύνταν σε 72 χρυσά νομίσματα (σόλιδους). Οι εκατό λίτρες συμπλήρωναν ένα κεντηνάριον.

μητάτον, το
Τα μητάτα ήταν οργανωμένες εγκαταστάσεις προς εξυπηρέτηση των ξένων εμπόρων στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, που περιλάμβαναν καταλύματα και αποθήκες.

Νεαρά, η (novella, θηλ.)
Όρος που σημαίνει κατά λέξη νέο διάταγμα και χρησιμοποιείται από τον 4ο αιώνα και εξής για να δηλώσει τις διατάξεις των αυτοκρατόρων εκτός των οργανωμένων κωδίκων. Ήταν γραμμένες κυρίως στα ελληνικά και χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς στη Μέση Βυζαντινή περίοδο. Από τα χρόνια των Κομνηνών όμως και μετά, αντικαταστάθηκαν από άλλους, ειδικότερους όρους και σπάνια συναντώνται στην Ύστερη Βυζαντινή περίοδο.

πατρίκιος, ο / πατρικία, η
Από το λατινικό patricius. Εισήχθη από τον Κωνσταντίνο Α΄ ως ισόβιος τιμητικός τίτλος ανδρών και γυναικών χωρίς διοικητικές αρμοδιότητες. Ειδικά για τις γυναίκες στο περιβάλλον της αυτοκράτειρας ο τίτλος της πατρικίας ζωστής ήταν ο υψηλότερος που μπορούσε να τους απονεμηθεί. Από τον 8ο έως το 10ο αιώνα ο τίτλος του πατρικίου αποδιδόταν σε υψηλούς αξιωματούχους της διοικητικής και στρατιωτικής ιεραρχίας, αλλά και σε ξένους συμμάχους και ηγεμόνες. Έπαψε να χρησιμοποιείται μετά το τέλος του 12ου αιώνα.

χαλίφης, ο
O ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός αρχηγός των μουσουλμάνων, θεωρούμενος διάδοχος του Mωάμεθ (αραβ. khalifa = τοποτηρητής). Ήταν ο επικεφαλής του χαλιφάτου, του θρησκευτικού κράτους των Αράβων.

χάνος (Ilkhan) ή χαγάνος, ο
Χαγάνος ή χάνος (Ilkhan) ήταν ο τίτλος του ηγέτη των τουρκικών/μογγολικών φύλων, ο οποίος κατά περίπτωση αντιστοιχούσε στον τίτλο του ηγεμόνα (πρίγκιπα), του βασιλιά ή και του αυτοκράτορα.

χρεοκοινωνία, η
Είδος εμποροναυτικής εταιρείας που εμφανίζεται στο Βυζάντιο τη διάρκεια των «σκοτεινών αιώνων» και αποτελεί πρώιμη μορφή της δυτικής colleganza/commenda.

 
 
 
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>