Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
z
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αναζήτηση με το γράμμα ΑΑναζήτηση με το γράμμα ΒΑναζήτηση με το γράμμα ΓΑναζήτηση με το γράμμα ΔΑναζήτηση με το γράμμα ΕΑναζήτηση με το γράμμα ΖΑναζήτηση με το γράμμα ΗΑναζήτηση με το γράμμα ΘΑναζήτηση με το γράμμα ΙΑναζήτηση με το γράμμα ΚΑναζήτηση με το γράμμα ΛΑναζήτηση με το γράμμα ΜΑναζήτηση με το γράμμα ΝΑναζήτηση με το γράμμα ΞΑναζήτηση με το γράμμα ΟΑναζήτηση με το γράμμα ΠΑναζήτηση με το γράμμα ΡΑναζήτηση με το γράμμα ΣΑναζήτηση με το γράμμα ΤΑναζήτηση με το γράμμα ΥΑναζήτηση με το γράμμα ΦΑναζήτηση με το γράμμα ΧΑναζήτηση με το γράμμα ΨΑναζήτηση με το γράμμα Ω

Θέματα

Συγγραφή : Στουραϊτης Ιωάννης (25/7/2005)

Για παραπομπή: Στουραϊτης Ιωάννης, «Θέματα», 2005,
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία
URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=4478>

Θέματα (23/1/2006 v.1) Themes (15/2/2007 v.1) 

ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ

 

iussio, -onis, θηλ.
1. Όρος στο ρωμαϊκό δίκαιο για δικαστική ή αυτοκρατορική νομική πράξη (διαταγή ή διάταγμα),2. Στη μεσαιωνική Δύση επισκοπικό ή παπικό έγγραφο (άδεια, έγκριση ή έκθεση)

βάνδον, το
Βυζαντινός στρατιωτικός και διοικητικός όρος. Αρχικά, σήμαινε σημαία ή διακριτικό σύμβολο στρατιωτικής μονάδας. Στη συνέχεια, δήλωνε τμήμα της τούρμας και μικρή στρατιωτική μονάδα (50-100 για ιππικό στρατό και 200-400 για πεζικό). Σταδιακά, ο όρος απέκτησε και διοικητική σημασία: αποτέλεσε υποδιαίρεση του θέματος και η περιφέρεια κάθε βάνδου ονομαζόταν τοποτηρησία. Αργότερα, στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επιβίωσε ως δηλωτικό διοικητικής περιφέρειας.

δομέστικος των σχολών, ο
Διοικητής του τάγματος των σχολών. Ο πρώτος γνωστός αξιωματούχος εμφανίστηκε το 767/768. Το 10ο αιώνα απέκτησε μεγάλη δύναμη στο στρατό των θεμάτων. Κατά τα μέσα του 10ου αιώνα το αξίωμα του δομέστικου των σχολών χωρίστηκε σε δύο: στο δομέστικο των σχολών της Ανατολής και στο δομέστικο των σχολών της Δύσης, τον ανώτατο δηλαδή στρατιωτικό διοικητή του στρατού των ανατολικών και των δυτικών επαρχιών αντίστοιχα.

δούκας, ο (λατ. dux)
Αρχαιότητα: Ρωμαίος στρατιωτικός αξιωματούχος ο οποίος σε ορισμένες επαρχίες είχε και διοικητικές αρμοδιότητες. Βυζάντιο: Κατά κανόνα ανώτατος στρατιωτικός αξιωματούχος. Από το β΄ μισό του 10ου αιώνα ο όρος δηλώνει το στρατιωτικό διοικητή μεγάλης περιφέρειας. Μετά το 12ο αιώνα οι δούκες εμφανίζονται ως διοικητές μικρών θεμάτων.

δρουγγάριος, ο
Στρατιωτικό αξίωμα (του στρατού και του ναυτικού). Ο δρουγγάριος αρχικά ήταν επικεφαλής του στρατιωτικού σχηματισμού του δρούγγου (ιππέων αλλά και δρομώνων). Ήταν υψηλό αξίωμα κατά τον 7ο και 8ο αιώνα, υφιστάμενος του τουρμάρχη του θέματος. Αργότερα μειώθηκε η σημασία του.

δρούγγος, ο
Καταρχάς ο δρούγγος ήταν ένας στρατιωτικός σχηματισμός, ενδεδειγμένος για επιχειρήσεις αιφνιδιασμού. Στη συνέχεια, βυζαντινός διοικητικός και στρατιωτικός όρος. Έχει τρεις σημασίες: 1. Στρατιωτικό σώμα και υποδιαίρεση στο θεματικό στρατό μικρότερο από την τούρμα και μεγαλύτερο από το βάνδο. Αρχικά αριθμούσε περίπου 1.000 και αργότερα γύρω στους 100 στρατιώτες. 2. Από το 12ο αιώνα ο όρος αναφέρεται σε ορεινά περάσματα της Αττικής, Λακωνίας και Ηπείρου. Έχει παρόμοια χρήση με τον όρο ζυγός. 3. Κατά τα Όψιμα Βυζαντινά χρόνια (13ος-14ος αιώνας) σημαίνει στρατιωτικό σώμα σε ορεινή περιοχή.

εξαρχάτο, το
Βυζαντινός διοικητικός όρος. Πρόκειται για τύπο εδαφικής και διοικητικής ενότητας που δημιουργήθηκε στα τέλη του 6ου αιώνα στην Καρχηδόνα και τη Ραβέννα, περιοχές ιδιαίτερης πολιτικής και στρατιωτικής σημασίας. Για το λόγο αυτό ο έξαρχος, όπως ονομαζόταν ο διοικητής τους, συνένωνε στα χέρια του την πολιτική και τη στρατιωτική εξουσία. Η ύπαρξή τους μαρτυρείται έως τα τέλη του 7ου αιώνα στην Καρχηδόνα και τα μέσα του 8ου στη Ραβέννα.

εξισωτής, ο
Διοικητικός αξιωματούχους υποταγμένος στο Λογοθέσιο του Γενικού. Ήταν αρμόδιος σε ένα θέμα για την απογραφή της γης, για τον καθορισμό και την είσπραξη του έγγειου φόρου, καθώς επίσης για την έγκριση των δαπανών του Θεματικού στρατού, που καλύπτονταν από τα έσοδα της τοπικής φορολογίας. Αναφέρεται και ως «αναγραφεύς» ή «ορθωτής».

εξκουβίτορες
εξκουβίτωρ (< λατ. excubitores): Το τάγμα των Εξκουβιτόρων ή Εξκουβιτών ή Εξκουσίτων ήταν έφιππες μονάδες της αυτοκρατορικής φρουράς. Το τάγμα ιδρύθηκε από το Λέοντα Α΄ το 468 και σύντομα ακολούθησε η συγκρότησή του σε σώμα με περισσότερες της μίας μονάδας μεγέθους τάγματος. Διοικητικά το σώμα είχε επικεφαλής τον κόμη των εξκουβιτόρων και υπαγόταν στο δομέστικο των εξκουβιτόρων.

κατεπάνω, ο
Κυβερνήτης μιας ευρύτερης διοικητικής ενότητας. Ο όρος χρησιμοποιούνταν από τον 9ο αιώνα για να προσδιορίσει συγκεκριμένες διοικητικές θέσεις, όπως ο κατεπάνω των βασιλικών. Ο ίδιος όρος συχνά δήλωνε και το διοικητή στρατιωτικής μονάδας. Από τα τέλη του 10ου έως τα τέλη του 11ου αιώνα προσδιόριζε κατά κύριο λόγο τους διοικητές μεγάλων επαρχιών, όπως της Ιταλίας και της Αντιόχειας. Ο όρος με την έννοια του διοικητή-δούκα εγκαταλείφθηκε μετά το 1100, ωστόσο συνέχισε να υφίσταται και να αποδίδεται σε άτομα τα οποία καταλάμβαναν τοπικές διοικητικές θέσεις.

κλεισούρα, η (clausura)
Βυζαντινός στρατιωτικός όρος. Η κλεισούρα, αρχικά ορεινό πέρασμα, από τον 7ο αιώνα και εξής είναι η στρατιωτική μονάδα που ασχολείται με την άμυνα του περάσματος. Κατ’ επέκταση, ο όρος χρησιμοποιείται για μικρότερη (από το θέμα) διοικητική-στρατιωτική ενότητα. Η μόνιμη έδρα της βρισκόταν σε δύσβατη συνοριακή περιοχή και μπορούσε να είναι οικονομικά και διοικητικά ανεξάρτητη από το στρατηγό του θέματος. Θεωρείται εξέλιξη της τούρμας.

κλεισουράρχης, ο
Επίσης, κλεισουριάρχης. Βυζαντινός όρος για το διοικητή κλεισούρας ή κλεισαρχίας. Η τελευταία ήταν στρατιωτική μονάδα με καθήκον την άμυνα ορεινού περάσματος· ο όρος χρησιμοποιείται επίσης για να δηλώσει διοικητική μονάδα μικρότερη από το θέμα.

κόμης, ο (λατ. comes, -is)
1. Κρατικός αξιωματούχος στη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία με ποικίλες πολιτικές αλλά κυρίως στρατιωτικές αρμοδιότητες (π.χ. ειδικά ο κόμης Ανατολής εκτελούσε χρέη βικαρίου κατά την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο, επί Ιουστινιανού Α΄ ο κόμης επικεφαλής των διευρυμένων επαρχιών είχε πολιτική και στρατιωτική εξουσία, ενώ κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο ο κόμης Οψικίου ήταν από τους ελάχιστους διοικητές θεμάτων που δεν έφεραν τον τίτλο του στρατηγού).2. Τίτλος ευγενείας στη μεσαιωνική Δύση.

κριτής, ο
Βυζαντινό δικαστικό αξίωμα. Από το τέλος του 10ου αιώνα είχε και αρμοδιότητες δημοσιονομικού χαρακτήρα.

λογοθέσιο του γενικού, το
Κεντρική υπηρεσία της αυτοκρατορικής διοίκησης που είχε ευρείες οικονομικές αρμοδιότητες. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας, λογοθέτης του γενικού, ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση των οικονομικών του βυζαντινού κράτους.

λογοθέσιο του στρατιωτικού, το
Κεντρική υπηρεσία που είχε γενικές ευθύνες και αρμοδιότητες για το στρατό ξηράς με επικεφαλής τον αντίστοιχο λογoθέτη. Διαμορφώθηκε κατά τον 7ο αιώνα και αντικατέστησε την Praefectura Praetorio. Κατά τα τέλη του 11ου αιώνα ο λογοθέτης του στρατιωτικού έχασε βαθμιαία τις αρμοδιότητές του.

λογοθέτης του δρόμου, ο
Ανώτερο στέλεχος της αυτοκρατορικής διοίκησης με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Ήταν υπεύθυνος για τη συντήρηση του οδικού δικτύου, την υπηρεσία του αυτοκρατορικού ταχυδρομείου και ως ένα βαθμό για τις εξωτερικές σχέσεις της αυτοκρατορίας. Η οργάνωση τελετών, η προστασία του αυτοκράτορα, η συλλογή πληροφοριών και η υποδοχή ξένων αποστολών ήταν επίσης στα καθήκοντά του.

πραίτωρ, ο (praetor)
Πολιτικός και δικαστικός αξιωματούχος κατά τους τελευταίους χρόνους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το αξίωμα του πραίτορα ήταν ενεργό κατά διαστήματα και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Εμφανίστηκε πάλι στα μέσα του 9ου αιώνα και δήλωνε τον αξιωματούχο διοικητικής ενότητας της αυτοκρατορίας. Ιεραρχικά τοποθετείται κάτω από το αξίωμα του στρατηγού του θέματος. Στο τέλος του 10ου αιώνα εμφανίζεται ως συνώνυμο του κριτή και προσδιορίζει τον πολιτικό διοικητή. Το αξίωμα του πραίτορα άρχισε να φθίνει μετά το 1204.

πρωτονοτάριος, ο
Υψηλό βυζαντινό αξίωμα. Ο πρωτονοτάριος ήταν επικεφαλής των νοταρίων και υπηρετούσε στην αυτοκρατορική αυλή ή σε διάφορες κρατικές υπηρεσίες (σεκρέτα). Το αξίωμα δημιουργήθηκε πιθανόν στο πλαίσιο του συστήματος των λογοθεσίων και ήταν σε χρήση από τον 9ο έως το 12ο αιώνα. Κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο οι πρωτονοτάριοι διατελούσαν χρέη γραμματέα του αυτοκράτορα.

σακελλάριος, ο – σακέλλιον, το
(και σακελλάριος, ο, σακέλλη ή σακέλλα, η) Βυζαντινός διοικητικός όρος με δύο βασικές σημασίες: 1. Το αυτοκρατορικό ταμείο. Σημαντικός θεσμός στη διοίκηση και τη διάθεση πόρων. Σχετικά με αυτό είναι τα αξιώματα σακελλάριος (αρχικά), χαρτουλάριος της σακέλλης (από τον 9ο αιώνα), το σέκρετο του σεκελλίου, ο επί σακκελίου (ο αρμόδιος για το θεσμό από τον 11ο-12ο αιώνα). Ο «σακελλάριος» αποτέλεσε, το πιθανότερο, τη μεσαιωνική ονομασία του «ταμία των βασιλικών χρημάτων». 2. Το ταμείο της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ήτοι της Αγίας Σοφίας. Στην πατριαρχική σακέλλη φυλάσσονταν έγγραφα που πιστοποιούσαν τα περιουσιακά δικαιώματα του Πατριαρχείου. Στα μοναστήρια και στους μικρότερους ναούς το αντίστοιχο αρμόδιο αξίωμα είναι μέγας σακελλάριος ή ο σακελλίου.

σέκρετον, το
Βυζαντινός διοικητικός όρος που χρησιμοποιείται για δημόσιες υπηρεσίες και γραφεία γενικότερα. Εμφανίζεται ως όρος secretarium από το 303 και αρχικά απέδιδε κάποιο δικαστικό σώμα. Απαντά καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο και αναφέρεται σε διάφορους κρατικούς τομείς: σέκρετον της θαλάσσης, λογοθέσιο των σεκρέτων, καθολικόν σέκρετον κ.λπ. Ως εκκλησιαστικός όρος εμφανίζεται περί τον 7ο αιώνα και αρχικά σημαίνει το γραφείο του χαρτοφύλακος, ενώ αργότερα η χρήση του γενικεύεται.

σκλαβηνία, η
Χώρος εγκατάστασης Σλάβων, με τη μορφή αυτόνομης κοινότητας. Οι σκλαβηνίες αναπτύχθηκαν αρχικά στην περιοχή του Δούναβη για να επεκταθούν σε ολόκληρη τη Βαλκανική αργότερα.

στρατηγός, ο
Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο τα καθήκοντα του στρατηγού ήταν πολιτικά. Στη Μέση Βυζαντινή περίοδο ο στρατηγός ήταν αξιωματούχος επικεφαλής του θέματος (στρατός και περιοχή δικαιοδοσίας)· συγκέντρωνε στα χέρια του τόσο στρατιωτική όσο και πολιτική εξουσία. Κατά την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο περιορίστηκε στο στρατιωτικό ρόλο του.

στρατηλάτης, ο (λατ. magister militum)
Ανώτατος στρατιωτικός διοικητής κατά τη Ρωμαϊκή και την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Το αξίωμα το έφερε ο επικεφαλής στρατεύματος επαρχίας με έδρα την αντίστοιχη επαρχία· magister militum per Armeniam: στρατηλάτης Αρμενίας (δημιουργήθηκε από τον Ιουστινιανό Α΄), magister militum per Illyricum: του Iλλυρικού, magister militum per Orientem: των ανατολικών επαρχιών, magister militum praesentalis (στρατηλάτης του Πρεσέντου): επικεφαλής του στρατού με έδρα στην αυτοκρατορική αυλή, magister utriusque militiae (στρατηλάτης εκατέρας δυνάμεως): ο επικεφαλής όλων των στρατιωτικών δυνάμεων ξηράς, δηλαδή του ιππικού (equitum) και του πεζικού (peditum).

τούρμα, η
Διοικητική υποδιαίρεση του θέματος κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο, υποδιαιρούμενη με τη σειρά της σε δρούγγους και βάνδα (από το λατ. turma = ίλη ιππικού).

τουρμάρχης, ο
Πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής τούρμας, υποδιαίρεσης του θέματος.

χαρτουλάριος, ο
Από τη λέξη «χάρτης», με τη σημασία του επίσημου εγγράφου. 1. Βυζαντινό διοικητικό αξίωμα με ποικίλες κατά περιόδους αρμοδιότητες. Στην πρώιμη εποχή οι χαρτουλάριοι υπηρετούν στις μεγάλες διοικητικές υπηρεσίες, όπως του επάρχου του πραιτορίου, και είναι υπεύθυνοι για την τήρηση του αρχείου. Στα Mεσοβυζαντινά χρόνια αναλαμβάνουν διάφορα πόστα στην κεντρική ή την επαρχιακή διοίκηση. Εμφανίζεται και το αξίωμα του μεγάλου χαρτουλαρίου ως επικεφαλής σεκρέτων. Από το 12ο αιώνα αναφέρονται και με στρατιωτικές αρμοδιότητες, ενώ το 13ο αιώνα ο μέγας χαρτουλάριος είναι ένα από τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα στην αυλή. 2. Εκκλησιαστικός αξιωματούχος επιφορτισμένος με την τήρηση του αρχείου, εμφανίζει πολλά κοινά και πολλές φορές συγχέεται ως προς την αρμοδιότητά του με το χαρτοφύλακα.

 
 
 
 
 
 
 
 

Δελτίο λήμματος

 
press image to open photo library
 

>>>